Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Αυγούστου 2023

Εραστής λαίδης Τσάτερλυ και Πλάτωνας

 «Είναι κατά βάθος τραγική η εποχή μας, έτσι κι εμείς αρνούμαστε να τη δούμε τραγικά. Ο κατακλυσμός πέρασε, στη μέση τώρα εμείς και γύρω μας χαλάσματα. Αρχίζουμε να στήνουμε μικρά καινούργια σπιτικά, να τρέφουμε μικρές νέες ελπίδες. Μάλλον δύσκολη δουλειά· ομαλός δρόμος για το μέλλον δεν υπάρχει πια· τα εμπόδια, όμως, είτε τα παρακάμπτουμε είτε σκαρφαλώνουμε και τα ξεπερνάμε. Πρέπει να ζήσουμε, όσοι κι αν είναι οι ουρανοί που τσακίστηκαν. Αυτή, λίγο πολύ, ήταν η άποψη της Κόνστανς Τσάτερλι.» 

Με αυτά τα λόγια ο Λώρενς ανοίγει το μυθιστόρημά του. Η Κόνστανς (Κόνι) Ρηντ (Constance Reid) παντρεύτηκε το 1917 σε ηλικία 23 χρόνων τον Κλίφορντ Τσάτερλι (Sir Clifford Chatterley), 29 χρονών. Ύστερα από έναν βιαστικό γάμο και ένα σύντομο ταξίδι του μέλιτος, ο Κλίφορντ φεύγει στρατιώτης για τη Φλάνδρα, στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ύστερα από 6 μήνες, θα επιστρέψει στην Αγγλία και στη σύζυγό του, ανάπηρος από τη μέση και κάτω, ωστόσο ζωντανός. Τρία χρόνια αργότερα, όταν ο πατέρας του Κλίφορντ θα πεθάνει, ο γιος του εκτός από τον τίτλο του βαρονέτου θα πάρει και την τεράστια έπαυλή του, το «Ράγκμπι Χολ».

 [Από βικιπαιδεια]


''Εχουμε πλεον την μηχανή,δεν χρειαζόμαστε τα μαύρα και τα άσπρα άλογα του Πλάτωνα'',υποστήριζε ο ανάπηρος στο καροτσάκι του Κλίφορντ,ειρωνευόμενος τον ''θεωρητικό βίο''-πόσο γρήγορα όμως το δίτροχο καροτσάκι μενει στην ανηφόρα σε μια του βόλτα στο δάσος κι η μηχανή του δεν τραβά,προκαλώντας θυμό στον κάτοχο του και διαψεύδοντας την αλαζονεία του...


Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

Αισώπου μύθοι

 


-Τα αγαθά και τα κακά

Τα κακά έδιωξαν τα αγαθά απ'τη Γη,επειδή τάχα αυτά ήταν αδύναμα.Τα αγαθά έφτασαν τελικα στον ουρανό κοντά στον Δία,τον οποίο μάλιστα ρώτησαν πως είναι δυνατόν να μην είναι αυτά κοντά στους ανθρώπους.Ο Δίας τους απάντησε πως δεν μπορούν να είναι όλα μαζί συνεχώς με τους ανθρώπους,αλλά να κατεβαίνει το καθένα ξεχωριστά.Γι'αυτό τον λόγο τα κακά από τη μία,ταλαιπωρούν τους ανθρώπους διαρκώς αφού βρίσκονται πάντα κοντά τους,ενώ απ'την άλλη τα αγαθά επισκέπτονται τους ανθρώπους πιο αραιά,αφού κατεβαίνουν απ'τον ουρανό.

Απ'τον ουρανό κατεβαίνουν και δυνατοί κεραυνοί και μανιασμένες βροχές για να εμφανιστεί μετά το ουράνιο τόξο.


-Ο πωλητής αγαλμάτων

Κάποιος,αφού κατασκεύασε ένα ξόανο του Ερμή,το έφερε στην αγορά να το πουλήσει.Επειδή κανένας δεν ενδιαφερόταν να το αγοράσει και θέλοντας να προσελκύσει πελάτες,διαλαλούσε πως πουλάει θεό που ευεργετεί και χαρίζει κέρδη.Ενας απ'αυτόύς που βρίσκονταν εκεί κοντά είπε στον πωλητή:''Μα πως είναι δυνατόν να τον πουλάς,αφού έχει τέτοια προσόντα,ενώ θα μπορούσες εσύ ν'απολαύσεις τα καλά που προσφέρει?'' Αυτός τότε του αποκρίθηκε πως ο ίδιος επιθυμεί γρήγορα κέρδη,ενώ το ξόανο του θεού συνηθίζει να τα δίνει αργά.

Η μαλακία του πωλητή ήταν η τεμπελιά του-έπρεπε να έχει κατασκευάσει δύο τέτοια αγάλματα...

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2022

Η κατάκτηση του σπαθιού

 



...Κι ο Πέτρους με δίδαξε την άσκηση του χορού.Και κάτι άλλο,μου είπε κοιτάζοντας με κατάματα.Οταν επέστρεψα από το προσκύνημα μου,ζωγράφισα ένα πίνακα πελώριο που αποκάλυπτε όσα μου είχαν συμβεί.Είναι ο δρόμος των κοινών ανθρώπων και μπορείς να κάνεις το ίδιο κι εσύ αν θέλεις.Αν δεν ξέρεις να ζωγραφίζεις,γράψε ή επινόησε μια χορογραφία.Ετσι,όπου κι αν βρίσκονται άνθρωποι,θα μπορούν να διανύουν τον παράδοξο δρόμο του Αγίου Ιακώβου,την οδό του Γαλαξία.

Ο Πέτρους μου έγνεψε με το χέρι κι ανέβηκε σ'ένα βαγόνι.Εμεινα μόνος ν'αποκρυπτογραφήσω το μυστήριο του Γαλαξία πάνω απ'το κεφάλι μου,με τα αστερια που με είχαν οδηγήσει ως εδώ και που με τη σιωπή τους κατηύθυναν τη μοναξιά και το πεπρωμένο των ανθρώπων.

Το άλλο πρωί υπήρχε ένα σημείωμα στη θυρίδα του δωματίου μου:''Στις εφτά το βράδυ στον πύργο των Ναϊτών.


...Ο Κοέλιο παραβρέθηκε στη μύηση της τελετής,αλλά το σπαθί το κέρδισε ένας Αυστραλός.

Ζήλευα τον Αυστραλό που είχε ξαναβρεί το σπαθί του κι είχε φτάσει στο τέλος της αναζήτησης του.Ημουν μόνος από εδώ κι εμπρός,δεν είχα κανέναν να με οδηγήσει.Χρειάστηκε να διανύσω τον παράδοξο δρόμο του Αγίου Ιακώβου που έφτανε τώρα στο τέρμα του,χωρίς να γνωρίζω το μυστικό του σπαθιού μου ούτε τον τρόπο να το βρω.


Οταν γύρισα στο ξενοδοχείο μετά την ιεροτελεστία της παράδοσης,βρήκα μαζί με το κλειδί μου τον οδηγό του προσκυνητή,ένα βιβλίο που χρησιμοποιούσε ο Πέτρους όταν τα κίτρινα σημάδια δεν ήταν ευδιάκριτα και μας επέτρεπε να υπολογίζουμε την απόσταση ανάμεσα σε δύο πόλεις.Εφυγα απ'την Πονφεράδα το ίδιο πρωί άυπνος,ανακαλύπτοντας πως ο χάρτης δεν είχε κλίμακα.


...Η προσπάθεια είναι σωτήρια κι απαραίτητη,αλλά χωρίς αποτελέσματα δεν σημαίνει τίποτα.Απ'τον εαυτό μου κι όσα είχαν συμβεί,δεν μπορούσα να περιμένω παρά ένα αποτέλεσμα:να βρω το σπαθί μου.

...Ξύπνησα με καλύτερη διάθεση και ξεκίνησα νωρίς το πρωί.Κατά τους υπολογισμούς μου,έπρεπε να φτάσω το ίδιο απόγευμα στα εδάφη της Γαλικιας,όπου βρίσκεται το Σαντιάγκο δε Κομποστέλα.

Μα τι στην ευχή σκέφτηκα,στο κάτω κάτω της γραφής,πόσοι άνθρωποι στον κόσμο θα μπορούσαν να πάρουν στα σοβαρά κάποιον που τα παρατάει όλα για να βρει ένα σπαθί?Και τι θα σήμαινε στην πραγματικότητα για τη ζωή μου το να μην καταφέρω να το βρω?Είχα πάθει και μάθει τόσα πολλά που το σπαθί δεν ήταν παρά μια συνέπεια.Θα ήθελα να το βρω,αλλά θα ήθελα πολύ περισσότερο να ξέρω τι θα το κάνω,γιατί έπρεπε να το χρησιμοποιήσω πρακτικά,όπως είχα χρησιμοποιήσει και τις ασκήσεις του που με είχε διδάξει ο Πέτρους.

Οταν κάποιος επιθυμεί κάτι,πρέπει ν'αποδώσει ένα πολύ ξεκάθαρο τελικό σκοπό σ'αυτό που θέλει.Είναι το μόνο κίνητρο για να αναζητήσεις μια ανταμοιβή κι αυτό ήταν το μυστικό του σπαθιού μου.

Τελικά το σπαθί του παραδόθηκε στη μυτερή βουνοκορφή του Θεμπρέρο και την κατάκτηση του σπαθιού ο Κοέλο την έκανε βιβλίο για κοινούς ανθρώπους,το ημερολόγιο ενός μάγου-σε αντίθεση με τα ''ξανακύλισμα'' του αλχημιστή που γύρισε χωρίς σπαθί εκεί απ'όπου είχε ξεκινήσει αλλά κι εκεί όμως όπου βρισκόντουσαν ''ολα τα σπαθιά'' του κόσμου του...

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

To ημερολόγιο ενός μάγου

 


Πέτρους:Εμπρός,καταντά εκνευριστικό.Αφού δεν κατορθώνεις να στήσεις τον σταυρό με την σκέψη,κάνε το με τα χέρια.Υπάκουσε!

Κοέλιο:Αναπήδησα.Μπροστά μου στεκόταν ένας άνδρας πολύ διαφορετικός απ'αυτόν που με φρόντισε κι έδεσε τις πληγές μου.Δεν ήξερα τι να πω και τι να κάνω.Είχα ακόμα τα χέρια και τα μπράτσα μου δεμένα απ'την πάλη με τον σκύλο.

Τι περιμενεις?

Δεν καταλάβαινα πως κάποιος τόσο μεγαλόψυχος μπορούσε να είναι τόσο τραχύς.

Υπάκουσε,αλλιώς τέρμα ο δρόμος του Αγίου Ιακώβου.

Επρεπε να υπακούσω ή να ξεχάσω το σπαθί μου.Πλησίασα τον σταυρό και πάσχισα να τον σπρώξω με το πόδι για να εκτιμήσω το βάρος του.Ακόμα κι αν ήταν γερά τα χερια μου,θα δυσκολεύομουν αφάνταστα να τον ανασηκώσω και φαντάστηκα πως με τα χερια όλο επιδέσμους,θα μου ήταν αδύνατο να κάνω αυτή τη δουλειά.

Ο σταυρός ήταν σπασμένος στη βάση,αλλά έμενε ακόμη σκαλωμένος από κάποιες ίνες του ξύλου.Διαπίστωσα πως το δυσκολότερο,για την ώρα,δεν ήταν να μετακινήσω τον σταυρό,αλλά να τον ελευθερώσω από τη βάση του.Υστερα θα έπρεπε να σκάψω μια τρύπα στο έδαφος και να τον χώσω μέσα.Διάλεξα μια μυτερή πέτρα κι αγνοώντας τους πόνους μου,άρχισα να χτυπώ και να λιανίζω τα ξεσκλίδια του ξύλου.Ο πόνος μεγάλωνε κάθε στιγμή και τα ξεσκλίδια υποχωρούσαν αργά.Θα έπρεπε να τελειώσω γρήγορα,προτού ξανανοίξουν οι πληγές κι η κατάσταση μου γίνει ανυπόφορη.

...Κοίταξα τον Πέτρους:τον είχε πάρει ο ύπνος.

Μάταιες βγήκαν όλες οι υπεράνθρωπες προσπάθειες με σκαψίματα σε πετρώδες έδαφος του Κοέλιο να ξαναστήσει τον σταυρό-ώσπου...

Κοίταξα την τρύπα.Δεν ήταν αρκετά βαθιά για χωρέσει την βάση του σταυρού.Η κακή απόφαση θα σου δείξει την καλή,θυμήθηκα την φράση του Πέτρους.Το αδύνατο συνίστατο στο να σκάψω ακόμα πιο βαθιά στο χώμα.Επομένως,αφού η κακή οδός ήταν να χώσω τον σταυρό πιο βαθιά στο έδαφος,η καλή θα ήταν να τον υπερυψώσω.

Ξαφνικά όλη μου η αγάπη για τον Πέτρους ξαναγύρισε.Είχε δίκιο.Μπορούσα να υπερυψώσω το έδαφος.

Κι ο Κοέλιο το κατάφερε,μαζεύοντας όλες τις πέτρες που βρίσκονταν εκεί κοντά,τοποθετώντας τες γύρω απ'την τρύπα.

Αποθαύμασα για λίγο το έργο μου,ώσπου άρχισαν να με ξαναπονούν οι πληγές μου.Ο Πέτρους κοιμόταν ακόμα.Τον σκούντηξα ελαφρά με το πόδι.

Πολύ καλά.Στην Πονφεράδα θ'αλλάξουμε τους επιδέσμους.

...Η αναζήτηση της σοφίας είχε πάντα για τους ανθρώπους μια γεύση θυσίας.

...Οι άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους σοφό,είναι αναποφάσιστοι την ώρα που πρέπει να διατάξουν κι επαναστάτες την ώρα που πρέπει να υπακούσουν.Σκέφτονται πως είναι ντροπή να δίνουν διαταγές κι ατιμωτικό να τις δέχονται.

...Δέχτηκα ένα μήνυμα από το δάσκαλο μου.Κάποιος είχε ακολουθήσει ως το τέλος το δρόμο της Παράδοσης και δεν είχε λάβει το σπαθί του[κάποιος διάβασε...φλυτζάνι του καφέ και βγήκε ότι είδε].Επρεπε να τον καθοδηγήσω στο δρόμο του Αγίου Ιακώβου.Περίμενα ένα τέτοιο κάλεσμα ανά πάσα στιγμή,γιατί δεν είχα ολοκληρώσει ακόμα το έργο μου:να οδηγήσω έναν προσκυνητή όπως με είχαν οδηγήσει και μένα κάποτε.

Τα λόγια του με ξάφνιασαν πολύ.Πίστευα πως το είχε κάνει αυτό δεκάδες φορές.


Πίστεψα πως θα σ'έκανα ν'ανακαλύψεις το μυστικό του σπαθιού σου.Αλλά δεν έγινε αυτό και τώρα θα πρέπει να το μάθεις μόνος σου στο λίγο χρόνο που σου μένει γι'αυτό το σκοπό.Θα ιδωθούμε μόνο μια φορά ακόμα...


Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Τα δύσκολα είναι τα προφανή

 Η Αλίκη άρχιζε να βαριεται πολύ έτσι καθισμένη στην ακροποταμιά δίπλα στην αδελφή της και μην έχοντας τίποτα να κάνει.Μια δυο φορές είχε κρυφοκοιτάξει στο βιβλίο που διάβαζε η αδελφή της,αλλά αυτό δεν είχε ούτε ζωγραφιές ούτε διαλόγους.Ξαφνικά ένα ασπρο Κουνέλι με ροζ μάτια πέρασε δίπλα της,τρέχοντας.Οταν το Κουνέλι έβγαλε ένα ρολόι απ'την τσέπη του γιλέκου του και άρχισε να τρέχει,ε τότε η Αλίκη σηκώθηκε-γιατί της πέρασε απ'το μυαλό σαν αστραπή η ιδέα πως ποτέ δεν είχε ξαναδεί κουνέλι που να'χει τσέπη γιλέκου και φλεγόμενη από περιέργεια,το ακολούθησε βιαστικά διασχίζοντας το χωράφι κι ευτυχώς,πρόλαβε να το δει την στιγμή που τρύπωσε σε μια μεγάλη κουνελότρυπα που τρύπωνε σε μια μεγάλη Κουνελότρυπα κάτω απ'το φράχτη.


Την άλλη στιγμή τρύπωνε κι η Αλίκη ξοπίσω του,χωρίς καθόλου να σκεφτεί πως στο καλό θα'βγαινε πάλι έξω.

...Ξαφνικά πήρε μια μικρή τρομάρα βλέποντας τον Γάτο του Τσεσάιρ καθισμένο στο κλαδί  ενός δέντρου.Ο Γάτος όταν είδε την Αλίκη,απλώς χαμογέλασε.

Γατούλη του Τσεσάιρ,θα μπορούσες σε παρακαλώ να μου πεις ποιο δρόμο πρέπει ν'ακολουθήσω για να φύγω από εδώ?

Εξαρτάται από το που θες να πας

Δεν με νοιάζει και πολύ το που

Τότε δεν έχει σημασία ποιό δρόμο θα πάρεις

Αρκεί να φτάσω κάπου,πρόσθεσε σαν εξήγηση η Αλίκη.

Ω,σίγουρα θα φτάσεις κάπου,αρκεί μόνο να περπατήσεις αρκετά


Πρέπει να'σαι τρελή,αλλώς δεν θα είχες έρθεις εδώ


Και πως ξέρεις πως είσαι τρελός εσύ?


Οπως ξέρεις,ένας σκύλος γκρινιάζει όταν είναι θυμωμένος και κουνάει την ουρά του όταν είναι ευχαριστημένος.Εγώ κάνω το αντίθετο,άρα είμαι τρελός.


Ο γάτος εξαφανίστηκε κι η Αλίκη περίμενε λίγο μισοπιστεύοντας πως θα τον ξαναδεί αλλά αυτός δεν εμφανίστηκε.Και μετά άρχισε κι αυτή να περπατά προς το μέρος που,όπως έλεγαν,ζούσε ο Μαρτιάτικος λαγός κι ο Καπελάς.



Υπήρχε ένα τραπέζι στρωμένο κάτω από ένα δέντρο στο σπίτι κι ο Μαρτιάτικος λαγός μαζί με τον Καπελά,έπιναν καθισμένοι εκεί το τσάι τους.

Δεν υπάρχει χώρος!Δεν υπάρχει χώρος! φωναξαν καθώς είδαν την Αλίκη να'ρχεται.

Υπάρχει άφθονος χώρος[την καλημέρα μας στους Μαλθουσιανούς],είπε η Αλίκη προσβεβλημένα και κάθησε σε μια μεγάλη πολυθρόνα στην κορφή του τραπεζιού.

...Ο Καπελάς άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και είπε:Γιατί ένα κοράκι μοιάζει μ'ένα γραφείο?

Είμαι ευχαριστημένη που άρχισαν τα αινίγματα.Πιστεύω πως μπορώ να το μαντέψω,είπε η Αλίκη.

Ο Καπελάς είπε:θα μπορούσες θαυμάσια να πεις πως το βλέπω αυτό που τρώω είναι το ίδιο με το τρώω αυτό που βλέπω.

Θα μπορούσες να πεις μ'αρέσει πως αυτό που παίρνω,είναι το ίδιο με το παίρνω αυτό που μ' αρέσει,είπε κι ο Μαρτιάτικος λαγός.


Η αλίκη τελικά δεν βρήκε την λύση του αινίγματος:Γιατί ένα γραφείο μοιάζει μ'ένα κοράκι?



Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων/Λιουις Καρολ
Εικονογράφηση:Σερ Τζον Τένιελ

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Οι καντρίλιες των αστακών

 


Η ψευτοχελώνα ξαναβρήκε την φωνή της και με τα δάκρυα να της τρέχουν στα μάγουλα,συνέχισε:

Εσύ μπορεί Αλίκη να μην έχεις ζήσει πολύ κάτω απ'την θάλασσα κι ισως ακόμα δεν σ'έχουν συστήσει  ποτέ  σε αστακο [η Αλίκη πήγε να πει ''δοκίμασα μια φορά'',αλλά συγκρατήθηκε εγκαίρως κι είπε ''όχι,ποτέ'']κι έτσι δεν έχεις ιδέα τι υπέροχο πράγμα είναι οι καντρίλιες των αστακών!

Οχι ,πραγματικά.Τι είδους χορος ειν'αυτός,είπε η Αλίκη?

Να,είπε ο Γρύπας,πρώτα φτιάχνεις μια σειρά κατά μήκος της παραλίας...

Δύο σειρές,φώναξε η ψευτοχελώνα.Φώκιες,χελώνες κ.ο.κ. Μετά,αφού καθαρίσεις το μερος απ'τις μέδουσες...

Πράγμα που γενικά θέλει πολύ ώρα για να γίνει,διέκοψε ο Γρύπας.

''μετά προχωράς δύο βήματα,ο καθένας αγκαλιά μ'έναν αστακο!

Προχωράς δυο βήματα με τον καβαλιέρο σου.Αλλάζεις αστακούς και γυρνάς πίσω στη σειρά.

Μετά,συνέχισε η ψευτοχελώνα,πετάς τους αστακούς όσο πιο μακριά μπορείς μες στη θάλασσα.

Κολυμπάς πίσω τους! στρίγγλισε ο Γρύπας.

Κάνεις μια τούμπα μες στη θάλασσα,φώναξε η ψευτοχελώνα.

Αλλάζεις πάλι αστακούς,ούρλιαξε ο Γρύπας.

Πρέπει να είναι πολύ ωραίος χορος,είπε δειλά η Αλίκη.


Ας δοκιμάσουμε λοιπόν την φιγούρα,είπε η Ψευτοχελώνα στον Γρύπα.Ποιος θα τραγουδήσει?

Ω,εσύ να τραγουδήσεις διότι έχω ξεχάσει τα λόγια,είπε ο Γρύπας.


Γιατι δεν προχωράς σβέλτα λιγάκι

Είπε η σουπιά σ'ένα σαλιγκαράκι.

Μια φώκια πάει πολύ κοντά μου

Με σπρώχνει και πατάει την ουρά μου

Για δες τι πρόθυμα που προχωράνε μόνες

Τους αστακούς κρατώντας οι χελώνες!

Μας περιμένουν όλοι στα χαλίκια

Για να χορέψουμε μαζί πάνω στα φύκια

Θα μπεις ή οχι,θα μπεις ή οχι στο χορό?

Θα μπεις ή όχι,θα μπεις λοιπόν να σε χαρώ?


Η Αλίκη στον κόζμο των θαυμάτων/Λιουις Καρολ

Εικονογράφηση:Σερ Τζον Τένιελ


Τραγουδάκι?https://music.youtube.com/watch?v=5ET9ZApm80k


Σάββατο 20 Αυγούστου 2022

Το τάγμα της υπακοής-Χαράρι ζεις[?] εσύ μας οδηγείsss και κρατοικίδια

 Εφτασα στο σιδερένιο σταυρό στηριγμένος στον Πέτρους, αφού η πληγωμένη γάμπα μου δεν μου επέτρεπε να βαδίζω μόνος.Οταν διαπίστωσε πόσο βαθιές ήταν οι πληγές που μου είχε προκαλέσει ο σκύλος,ο οδηγός μου αποφάσισε πως έπρεπε να ξεκουραστώ για ν'ανακτησω τις δυνάμεις μου και να μπορέσω να συνεχίσω το δρόμο του Αγίου Ιακώβου.


Εκεί κοντά, ένα χωριό πρόσφερε καταφύγιο στους προσκυνητές που τους είχε προφτάσει η νύχτα.Σωριάστηκα στο κρεβάτι και ξύπνησα το άλλο πρωί.Ειχα λίγο πυρετό,αλλά ήμουν ξεκούραστος.Ο Πέτρους πήγε κι έφερε νερό από μια πηγή που οι ντόπιοι την αποκαλούσαν " απύθμενο πηγάδι" και μου καθάρισε τις πληγές μου.Το απόγευμα ξαναγύρισε μια γερόντισσα που έμενε εκεί κοντά.Μου έβαλαν διάφορα βότανα στις πληγές και στις γρατσουνιές μου κι η γριά με ανάγκασε να πιώ ένα πικρό ζουμί με θεραπευτικές ιδιότητες.Καθε μέρα, ώσπου να κλείσουν οι πληγές μου εντελώς,ο Πέτρους με υποχρέωνε να τις γλείφω.Ενιωθα τη μεταλλική και γλυκερη γεύση του αίματος που έφερνε ναυτία, αλλά ο οδηγός μου επέμενε πως το σάλιο είναι ισχυρό αντισηπτικό και πως αυτό θα με βοηθούσε να ξεπεράσω μια ενδεχόμενη μόλυνση.

Ο οδηγός μου τότε πήγε σε μια στρατιωτική βάση εκεί κοντά να φέρει επιδέσμους, γιατί στο χωριό δεν υπήρχαν ούτε γάζες ούτε τσιροτα για να μου επιδεσει τις πληγές.

Γύρισε ύστερα από δύο ώρες με τους επιδέσμους κι ένα νεαρό στρατιωτικό γιατρό που ήθελε σώνει και καλά να μάθει που ήταν το ζώο που με είχε δαγκώσει.

"Από την όψη των πληγών,το ζώο πρέπει να έχει λύσσα", δήλωσε σοβαρά.

"Κάθε άλλο ",τον αντέκρουσα."Πρόκειται για ένα παιχνίδι που ξεπέρασε τα όρια.Το ξέρω από καιρό το ζώο που με είχε δαγκώσει.

Ο γιατρός δεν πείστηκε.Ηθελε να μου κάνει αντιλυσσικό όρο κι αναγκάστηκα να τον αφήσω να μου κάνει μια δόση, αφού με απείλησε πως θα με μετέφερε σε νοσοκομείο της βάσης.

Ύστερα με ξαναρωτησε που βρισκόταν το ζώο που με είχε δαγκώσει."Στο Φονθεμπαδον", απάντησα.

" Το Φονθεμπαδον είναι ερειπωμένο.Δεν υπάρχουν σκύλοι εκεί πέρα", αποφάνθηκε με το περισπούδαστο ύφος ανθρώπου που αποκαλύπτει ένα ψέμα..

Άρχισα να ψευτοβογκαω σιγανα κι ο Πέτρους οδήγησε το γιατρό έξω από το δωμάτιο.Προτου φύγει μας άφησε ότι χρειαζόμασταν: καθαρούς επιδέσμους,τσιροτα και μια επουλωτική αλοιφή...

Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

Kουλης Μητσοτάκης



 Όλοι έχουμε προκαταλήψεις σε ότι αφορά τον θάνατο, χωρίς ν' αντιλαμβανόμαστε πως είναι κι αυτός άλλη μια εκδήλωση της Αγάπης.

Στην πραγματικότητα, φοβούμουν περισσότερο τον τρόπο που θα πέθαινα από τον ίδιο τον θάνατο.Κι ο Πέτρους με δίδαξε την άσκηση του θαμμένου ζωντανού 

Πρέπει να ξυπνήσεις όλη την αλήθεια, όλο τον φόβο που είναι απαραίτητος για να ξεπηδήσει η άσκηση από τα βάθη της ψυχής σου και να πέσει η μάσκα της φρίκης που σκεπάζει το τερπνό πρόσωπο του θανάτου σου.

Το απόλυτο(είτε αγάπη είτε μίσος)δείχνει σε όλους τους ανθρώπους τι είναι αυτοί στην πραγματικότητα, ένας απέραντος καμβάς από αιτίες κι αποτελέσματα.
Θα σε περιμένω στο ''παραδορ'', είπε ο Πέτρους καθώς ξεμάκραινε.Θ' αφήσω το όνομα σου στη ρεσεψιόν.
Ήταν η πρώτη φορά που έμενα μόνος από τότε που είχα ξεκινήσει τούτη την παράξενη διαδρομή, ακολουθώντας τον δρόμο του Αγίου Ιακώβου.Σηκωθηκα κι έκανα μερικά βήματα γύρω, αλλά το σκοτάδι άρχισε να πυκνώνει κι αποφάσισα να γυρίσω στο δέντρο από φόβο μη χαθώ.
Δεν φοβούμουν ως τώρα και σκεφτόμουν πως θα χρειαστεί πολλή φαντασία για να ξυπνήσουν μέσα μου οι φόβοι ενός φριχτου θανάτου.Αλλα τα χρόνια που κουβαλάς στην πλάτη σου δεν έχουν καμιά σημασία.Μολις φτάσει η νύχτα, φέρνει μαζί της τους φόβους ( να το πάλι το απόλυτο)που κρύβουμε στη ψυχή απ'την παιδική ηλικία ( ειδικά αν η μαμά ήταν αυταρχική, πέρα από τα... ντολμαδάκια).Όσο έπεφτε το σκοτάδι ( πίσσα - να το πάλι το απόλυτο), τόσο πιο άσχημα ένιωθα.
Δεν άργησα ν'ακουσω κάθε είδους αλλόκοτους θορύβους.Ηταν τα νυχτόβια ζώα που έβγαιναν για κυνήγι.Ποιος μου εγγυώταν πως δεν υπήρχαν δηλητηριώδη φίδια?Και λύκοι?
Ηρέμησα σιγά σιγά και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος στη στάση του νεκρού.
Φαντάστηκα το κλειστό φέρετρο και τους είδα όλους γύρω μου.Ημουν ασάλευτος μα ζωντανός κι ήθελα να πω στην οικογένεια μου που έβλεπε τα πάντα,πως την αγαπούσα ( όχι τα ανήψια βέβαια).

Ένιωσα το φέρετρο να ταλαντεύεται.Με μετέφεραν στον τάφο.Ακουγα το τρίξιμο απ'τις σιδερένιες λαβές, τα βήματα του κόσμου που ακολουθούσε,τις συζητήσεις του ( είχε... Predator τότε?)
Θυμήθηκα πως δεν είχα φλερτάρει δύο τρεις γυναίκες από φόβο μήπως με απορρίψουν.Τι ήταν ο φόβος μιας άρνησης,μιας αναβολής, όταν το πιο σημαντικό είναι να απολαύσεις την ζωή σε όλη της την πληρότητα?
Ήμουν ένας Ιούδας του ίδιου μου του εαυτού,ο προδότης του.
Ηταν άδικο να είμαι θαμμένος, ενώ οι άλλοι εξακολουθούσαν να ζουν.Πιοτερο θα άξιζε μια μεγάλη καταστροφή,να είμασταν όλοι μαζί ( μπορούμε)στο ίδιο καράβι,με κατεύθυνση το ίδιο μαύρο σημείο όπου με μετέφεραν.
Βοήθεια! Είμαι ζωντανός, εξακολουθεί να λειτουργεί το μυαλό μου.
Έβαλαν το φέρετρο μου στην άκρη του μνήματος.Θα με θάψουν!
Η γυναίκα μου θα με ξεχάσει,θα ξαναπαντρευτεί και θα ξοδέψει όσες οικονομίες κάναμε μαζί τόσα χρόνια ( τον έχει ξαναξεχάσει,αλλά μάλλον λόγω προοπτικής Μαξίμου, είπε να επιστρέψει για περισσότερες οικονομίες και "κοινωνικές σχέσεις" με χριστοφοράκους και με έσχες δίχως το πόθεν).
Ακούω κλάματα και νιώθω πως κι από τα δικά μου μάτια κυλούν δάκρυα.Αν άνοιγαν το φέρετρο τούτη τη στιγμή, θα το αντιλαμβάνονταν και θα με έσωζαν.Αλλα η κάσα κατεβαίνει αδυσώπητα.
Τώρα το σκοτάδι είναι απόλυτο.Οι νεκροθάφτες ρίχνουν χώμα με τα φτυάρια τους, κλείνουν τον τάφο κι εγώ είμαι ζωντανός!Ο τρόμος μου είναι απόλυτος.Σε λίγο θα νυχτωσει και κανείς δεν θα με ακουει να χτυπιέμαι στον τάφο μου!
Ξαφνικά ένας θόρυβος, είναι τα σκουλήκια...

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Δον Κιχώτη εσύ σούπερ ατομικιστή


Εχοντας διαβάσει πολλά ιπποτικά μυθιστορήματα,ο ισπανός αγρότης Αλόνσο Κιχάνο ψωνίζεται,θέλοντας κι αυτός να γίνει ιππότης κι αλλάζοντας το όνομα του σε Δον Κιχώτης.Ξεκινά τα ταξίδια του μαζί με το κοκαλιάρικο άλογο του Ροσινάντε όμως σύντομα τραυματίζεται κι επιστρέφει πάλι σπίτι του για να δεχτεί τις φροντίδες της ανιψιάς του και της οικονόμου του.
Λίγο καιρό αργότερα πείθει τον γείτονα του Σάντσο Πάντσα να τον ακολουθήσει σε νέες εξορμήσεις,υποσχόμενος σε αντάλλαγμα να του δώσει ένα νησί για να κυβερνήσει.
Ο ονειροπόλος και ερωτευμένος με την Δουλτσινέα[την οποία δεν έχει δει ποτέ του κι ούτε αυτή τον έχει δει αφού μένει σε διπλανό από το δικό του χωριό,αλλά ''γνωρίζει'' για την ομορφιά της μέσω φημών-κι ο Κιχώτης είναι δούλος των φημών και της θετικής κι ωφέλιμης αύρας που αυτές οι φήμες φέρουν για τα υποκείμενα τους]Δον Κιχώτης,ζει διασκεδαστικές περιπέτειες μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας,έχοντας κυριευτεί από τα αισθήματα δικαιοσύνης και ρομαντισμού που κυριαρχούσαν στις εποχές που υπήρχαν αντίστοιχα και περιπλανώμενοι ιππότες.
Η πραγματικότητα,ωστόσο,θα τον αναγκάσει ν'απαρνηθεί τις χίμαιρες του...


Η ΤΡΕΛΑ ΠΑΕΙ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ
Το μυθιστόρημα του Μιγκέλ Θερβάντες είναι ένα από τα κλασικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας,με κάποιες πολλές απ'τις κριτικές του έργου να στέκονται στα ανάμεικτα συναισθήματα που προκαλεί στον αναγνώστη ο χαρακτήρας του ονειροπαρμένου Δον Κιχώτη:Ενώ από τη μια προκαλεί γέλιο με τις τραγελαφικές καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται,απ'την άλλη η τρέλα του δεν είναι απορριπτέα,καθότι αναγνωρίζουμε σε αυτήν τον τρελό του χωριού που τολμά να πει και να κάνει όσα οι άλλοι δεν τολμούν.Γελάμε μαζί του και ταυτόχρονα,όμως,ζηλεύουμε την κουζουλάδα του.Ολοι λίγο πολύ θα θέλαμε να κυνηγήσουμε τα όνειρα μας και να προσπαθήσουμε να τα εκπληρώσουμε,όσα τρελά κι αν μοιάζουν στους απ'έξω από εμάς,με τη διαφορά ότι οι περισσότεροι αναγνωρίζουμε πως κάτι τέτοιο επιδιώκεται πρωτίστως για την προσωπικής μας ανέλιξη και ικανοποίηση-κάτι το οποίο αδυνατεί ν'αντιληφτεί ο Δον Κιχώτης,παρά μόνο λίγο πριν από το θάνατο του.
Σε ένα κλασικό μυθιστόρημα όπου ο ήρωας του κυνηγά τον τίτλο της ιπποσύνης πολεμώντας την αδικία και βοηθώντας τους κατατρεγμένους κ.λ.π,φανερώνεται πως ακόμη και τέτοιες ''ευγενείς'' επιδιώξεις κομίζουν πρωτίστως μια ηθική ικανοποίηση στον δότη τους,κι ένα δούναι και λαβείν ανταλλαγμάτων μεταξύ αυτού και του αποδέκτη που καθιστά την λέξη ''ανιδιοτέλεια'' μια επιφανειακή ηθικολογία κάλπικου επικαθορισμού.
Ο τρελός του χωριού δεν είναι αυτός που ζει όπως θέλει κι όλοι τον ζηλεύουν γιατί πολύ θα ήθελαν όλοι αυτοί οι άλλοι να βρίσκονται στη θέση του,χωρίς όμως να τολμούν να το πράξουν,ούτε κι αυτός που τολμά να πει όσα όλοι οι άλλοι δεν τολμούν να πουν από φόβο.Μόνο όταν στο τέλος του μυθιστορήματος και βρισκόμενος αντιμέτωπος με τον επικείμενο φυσικό του θάνατο,ίσως μπορεί να διεκδικήσει τέτοιες δάφνες,διότι έχει τα κότσια να παραδεχτεί,έστω και έμμεσα,τις χίμαιρες που τον κατατρύχαν περί ανιδιοτελούς ιπποσύνης-υπό αυτήν την έννοια,τολμά να παραδεχτεί ενώπιον του εαυτού του και παρουσία μαρτύρων,αυτά που δύσκολα παραδεχόμαστε όλοι οι υπόλοιποι για τον εαυτό μας και τις δικές του μικρές ή μεγάλες χίμαιρες τις οποίες κυνηγά,ακόμη κι όταν στην πράξη έχουμε φάει,όπως ο Δον Κιχώτης,τα μούτρα μας κυνηγώντας ανεμόμυλους.

...Τους είδα πίσω να'ρθουνε-παράφρονες,ωραίοι,
ρηγάδες που πολέμησαν γι'ανύπαρχτο βασίλειο
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά,πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!
Κ.Καρυωτάκης/Δον Κιχώτες


ΓΙΑ ΤΑ ''ΛΕΦΤΑ'' ΤΑ ΚΑΝΕΙΣ ΟΛΑ,ΓΙΑ ΤΑ ''ΛΕΦΤΑ'' ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ
Βούλιαζε μέσα στα βιβλία του ο ήρωας μας με τον νου του να γεμίζει απ'αυτά που διάβαζε για μονομαχίες,μάγια,πληγές ιπποτισμούς κ.ο.κ.
Ετσι,λοιπόν,μας προειδοποιεί από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο ο Θερβάντες ότι:
Εχασε ολότελα το νου του και τον κυρίεψε η πιο μεγάλη παλαβωμάρα που έπιασε ποτέ τρελό μέσα σε ολόκληρο τον κόσμο.Του φάνηκε σωστό και απαραίτητο,για να λάμψει η δική του δόξα και για να βρει καλό η χώρα του,να γίνει περιπλανώμενος ιππότης.Να ταξιδέψει στον κόσμο,με άλογο και  με πανοπλία,γυρεύοντας περιπέτειες,να εκθέσει τον εαυτό του στις κακουχίες και στους κινδύνους και,νικώντας όλα τα κακά,να κερδίσει αιώνια φήμη και δόξα.
Είχε φανταστεί κιόλας τον εαυτό του,ο δύστυχος,στεφανωμένο με την παλικαριά του,τουλάχιστον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας.Κι έτσι τον συνεπήρε η παράξενη ικανοποίηση που του έδιναν εκείνες οι ευχάριστες σκέψεις,και βιάστηκε να κάνει τις επιθυμίες του πράξη.

Ο ήρωας μας ξεκινά και κάνει την πρώτη του έξοδο από το χωριό του,ανυπόμονος να ''ανακουφίσει'' βάσανα και σε ''αδικημένους'' να δώσει ''δίκιο'',με το αζημίωτο για την δική του υστεροφημία βεβαίως βεβαίως:Ευτυχισμένη η εποχή,ευτυχισμένοι οι καιροί όπου τα φημισμένα μου κατορθώματα θα'ρθουν στο φως.Κατορθώματα άξια να χαραχτούν στον μπρούντζο,να χαραχτούν στο μάρμαρο,να ζωγραφιστούν στο ξύλο για να τα θυμάται παντοτινά ο κόσμος.
Πρώτη στάση στη περιπέτεια του ένα χάνι.Ο ήρωας μας επίσημα δεν έχει ακόμη χρηστεί πουθενά κι από κανέναν ιππότης και στεναχωριέται γιατί έτσι θεωρεί ότι δεν μπορεί δικαιωματικά να μπλεχτεί σε καμιά περιπέτεια χωρίς να μπει τυπικώς κι επισήμως στην τάξη της ιπποσύνης:
Ετσι τυραννισμένος απ'αυτή τη σκέψη,μόλις απόφαγε,φώναξε το χανιτζή.Τον πήγε στο στάβλο,έκλεισε πίσω τους τη πόρτα και ,γονατίζοντας μπροστά του,είπε:Ποτέ δεν θα σηκωθώ από εδώ που βρίσκομαι αν δεν ευδοκήσει η ευγένεια σου να μου απονείμει τη χάρη που θα της ζητήσω,δώρο που θ'αφιερωθεί στη δόξα σου και στην υπηρεσία του ανθρώπινου γένους.
Ζητά από τον χανιτζή να τον χρίσει,σύμφωνα με τα καθιερωμένα,ιππότη.Ζητά την αποδοχή την κοινωνική για να επιτελέσει το χρέος που αντιστοιχεί στην επίσημη ιπποσύνη,διότι,μέσω αυτής και μόνο αυτής,θ'απολαύσει τα αντίδωρα της δόξας και των τιμών-Πιστεύει ότι για τις υπηρεσίες του θα ευλογηθεί από το ανθρώπινο γένος,χωρίς ν'αναγνωρίζει κανένα ατομικό κίνητρο σε αυτή του την ιπποτική επιδίωξη,αλλά και χωρίς όμως ταυτόχρονα να ξεχνά να κινητροδοτήσει ατομικιστικά με ''άυλα'' μέσα τον χανιτζή για να του δώσει το χρίσμα,υποσχόμενος του ένα μέρος απ'την δόξα.Ο χανιτζής,όμως,φυσιολογικά είναι πιο ''υλιστής'' κι αφού πρώτα στην αρχή αιφνιδιάζεται,μετέπειτα μπαίνει στο νόημα και ζητά τα πιο χειροπιαστά χρήματα εν είδει παραβόλου από τον Δον Κιχώτη για να του ικανοποιήσει την επιθυμία.Τον ''χρήζει'' όπως όπως ''ιππότη'',ο Κιχώτης παίρνει τη βούλα για να κάνει αυτό που λαχταρά και οι δύο κάνουν τη δουλειά τους μέσα σ'ένα συμφεροντολογικό δούναι και λαβείν κι η ιστορία των Δονκιχωτικών περιπετειών αρχίζει.

ΕΤΕΡΟΓΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΩΝ ΣΚΟΠΩΝ
Ο Δον Κιχώτης με το χρίσμα της ιπποσύνης φεύγει από το χάνι ενθουσιασμένος και καβάλα στον άλογο του.Δεν είχε ακόμα προχωρήσει πολύ,όταν έφτασαν στα αυτιά του αχνές κραυγές παραπονιάρικες:
Μόλις τις ακουσε,ξεφώνισε:Δόξα να'χει ο Ουρανός για την καλοσύνη που μου δείχνει,αφού τόσο γρήγορα μου δίνει την ευκαιρία να κάνω το χρέος μου όπως ταιριάζει στη θέση μου.Χωρίς αμφιβολία,τούτες οι κραυγές βγαίνουν από κάποιον ή κάποια που βρίσκεται σε ώρα ανάγκης και χρειάζεται τη βοήθεια μου και την προστασία μου.
Ποιες αμφιβολίες και κουραφέξαλα,όταν κάτι τόσο πολύ βολεύει τον εαυτό μας;Η πράξη καθ'αυτή παίρνει τον χαρακτήρα λύτρωσης,ανεξαρτήτως προτίμησης,δηλαδή διαλογής του εάν πράγματι κάτι ή κάποιος χρειάζεται βοήθεια ώστε να εμπραγματωθούν οι ''καλές'' προθέσεις του εγωφεουδαρχικού σκοπού μας.
Τι βρήκε,λοιπόν,πίσω απ'τις φωνές ο Δον Κιχώτης;Ενα παιδί δεμένο σε μια βελανιδιά να μαστιγώνεται από έναν γεροδεμένο χωριάτη,διότι το παιδί που ήταν επιφορτισμένο με το να βόσκει τα πρόβατα του χωριάτη,έχανε κάθε μέρα απ'την απροσεξία κι από ένα πρόβατο στον δρόμο για την βοσκή.Το παιδί διαμαρτύρεται στον Δον Κιχώτη,που έχει ήδη χιμήξει στον χωριάτη για να τον αποπάρει,ότι με αυτή τη δικαιολογία ο χωριάτης το έχει αφήσει απλήρωτο.Ο Κιχώτης αφού έχει καταφέρει να ψαρώσει τον χωριάτη με την αρματωσιά που φορούσε και το κοντάρι του,ζητά απ'τον χωριάτη να πληρώσει τα χρωστούμενα.
Ο χωριάτης δεν έχει πάνω του λεφτά και ζητά ν'αποσυρθεί μαζί με το παιδί στο σπίτι του όπου έχει τα λεφτά.Στον γενναίο Δον Κιχώτη ντε λα Μάντσα,τον καταλυτή του ''κακού και της αδικίας'',αρκεί να ορκιστεί εμπρός του με όρους ιπποσύνης ο χωριάτης ώστε να εγγυηθεί την πληρωμή του παιδιού,ειδάλλως θα ξαναεπιστρέψει και θα τον τιμωρήσει για το κακό που επιτέλεσε[γιατί ο ''καταλυτής'' χρειάζεται έναν ''κακό'' κι έναν ''καλό'' για να ταιριάξουν οι εκλυτικοί ρόλοι στο έργο που επιθυμεί να σκηνοθετήσει].Ο Κιχώτης σπιρουνιάζει το άλογο του βέβαιος ότι πήρε το καμτσίκι απ'το χέρι του ανελέητου δήμιου και αποχωρεί,με τον χωριάτη...να ξαναρχίζει το μαστίγωμα.
Εκεί όπου το καμτσίκι του χωριάτη έπαιζε τον ρόλο της συμμόρφωσης,όπως η βέργα του καθηγητή στη παλάμη του αδιάβαστου μαθητή,με την παρέμβαση του Δον Κιχώτη ο χωριάτης εξοργίστηκε έτι περαιτέρω και άφησε μισοπεθαμένο το παιδί.
Ενας ιππότης που χρέος του έχει να εξαπλώσει τη φήμη του εαυτού του,δεν μπορεί να μην προσδοκά αντιστοίχως το ίδιο εύρος φήμης και για την αγαπημένη του.Ο Δον Κιχώτης συναντά παρακάτω στον δρόμο του μια μεγάλη συντροφιά εμπόρων και με υψωμένη τη φωνή τους ζητά να παραδεχτούν πως δεν υπάρχει στον κόσμο όλο κόρη πιο όμορφη απ'την αυτοκρατόρισσα της Μόντσας,την ασύγκριτη Δουλτσινέα του Τομπόζο.Ενας απ'τους εμπόρους που έχουν ήδη καταλάβει ότι έχουν να κάνουν με παλαβό,του ζητεί να τους δείξει τουλάχιστον μια φωτό της.
Αν σας την έδειχνα,τι αξία θα είχε να παραδεχτείτε μια ολοφάνερη αλήθεια;-η απόκριση του Δον Κιχώτη.Πίστευε και μη ερεύνα,φτάνει να το πιστεύει η ιπποσύνη του Δον Κιχώτη.Κουβέντα στην κουβέντα ο Δον Κιχώτης αρπάζεται εναντίον τους και ορμά καταπάνω τους αλλά το άλογο του ο Ροσινάντε σκοντάφτει και πετάει κατάχαμα τον αναβάτη του[κι αργότερα ο Κιχώτης δεν θα ξεχάσει να ρίξει την ευθύνη για την τρέλα του στο ανεκπαίδευτο άλογο του-κι όχι στον εαυτό του].
Ενας απ'τους εμπόρους εφορμά τότε καταπάνω του και τον κάνει τόπι στο ξύλο.Λίγο μετά ένας συγχωριανός του βρίσκει τον Κιχώτη δαρμένο και τον μεταφέρει πίσω στο χωριό του.

ΠΑΝΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΙ
Ο Κιχώτης αναρρώνει στο κρεβάτι του κι η οικονόμος του σπιτιού του,αντιλαμβανόμενη την ''σχιζοφρενική'' του κατάσταση,το πρώτο που σκέφτεται να κάνει είναι να καταστρέψει τη βιβλιοθήκη με τα ιπποτικά βιβλία απ'τα οποία εμπνεύστηκε την παλαβομάρα του ο Κιχώτης.
Παρέα με τον παπά και τον κουρέα του χωριού λένε ύστερα στον Κιχώτη πως τα βιβλία της βιβλιοθήκης τα σήκωσε ένας μάγος!
Ο Κιχώτης όχι μόνο το χάφτει αλλά δίνει και όνομα στον νέο του εχθρό μάγο που δήθεν προστατεύει ένα ιππότη που η μοίρα έχει γράψει να νικηθεί απ'τον Κιχώτη,ο οποίος δεν έχει κανένα σκοπό να παρατήσει τις εξορμήσεις του για να παραμείνει στο χωριό του.Αυτή τη φορά όμως θα χρειαστεί κι έναν ιπποκόμο και τον βρίσκει στο πρόσωπο του Σάντσο.Κι ο Σάντσο χρειάζεται και αυτός κάποιο αντάλλαγμα και κίνητρο για να πειστεί ν'ακολουθήσει τον Κιχώτη-κι ο ήρωας μας,όπως και στην περίπτωση του χανιτζή που τον έχρισε ''βαπτιστή'' του στη κολυμβήθρα της ιπποσύνης προτείνοντας του κάποιου είδους αντάλλαγμα,μοιάζει να γνωρίζει μέσα του αυτήν την βασική ανθρώπινη ανάγκη που κινητοποιεί κάποιον να δράσει υπέρ της εξυπηρέτησης κάποιου άλλου:
Πρέπει να ξέρεις,φίλε Σάντσο Πάντσα,πως οι παλιοί περιπλανώμενοι ιππότες το'χανε συνήθειο να κάνουν τους ιπποκόμους τους κυβερνήτες στα νησιά και στα βασίλεια που κερδίζανε.Αν όμως ευτυχήσουμε να ζήσουμε κι οι δυο,μπορεί,ακόμα και πριν περάσουν έξι βδομάδες,να κερδίσω κάποιο βασίλειο με όλα εκείνα που εξαρτιούνται απ'αυτό,και τότε ένα απ'αυτά,δικαιωματικά,πέφτει σ'εσένα για να το κυβερνήσεις.
Πολλές κριτικές διακρίνουν εξαιτίας και τέτοιων χειρονομιών εκ μέρους του Κιχώτη την πολύπλοκη,κι άρα αντιφατική,προσωπικότητα του ήρωα μας:Απ'τη μία αφελής και ονειροπόλος κι απ'την άλλη ένας εαυτός που δείχνει να πατά στη σοφία της πραγματικότητας,καθότι γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα πρέπει να δώσει και κάποιο δόλωμα ανταλλάγματος όταν ψαρογυρεύει κάτι από κάποιον άλλον.
Μήπως,όμως,αυτό δεν είναι διόλου αντιφατικό;Μια χαρά δεν αντιλαμβάνεται ο Κιχώτης την αυτονόητη για τους άλλους επιφανειακή υλιστική πραγματικότητα,αυτή που ένας κυνικός θα έλεγε με τη φράση ''όταν δεν υπάρχει τυρί τα ποντίκια φεύγουνε;'';
Μήπως,απλά,οι ηθικοί κώδικες του ανθρωπισμού των άγραφων νόμων απ'τις οποίες διέπεται η αλλόκοτη ΔονΚιχωτική φυσιογνωμία,τον υψώνουν εξ ορισμού σε μια ''εκ καθέδρας'' αλάθητη παπική θέση,κι η ''υποτίμηση'' των υλικών ανταλλαγμάτων που επιφυλάσσει για τους άλλους,αλλά όχι στον υπεράνω εαυτό του,είναι ένα ψευδαισθητικό δηλωτικό της δήθεν ανιδιοτέλειας του;

Τα δυο τους ξεκινάνε,λοιπόν,για νέες περιπέτειες[με τον Σάντσο να πείθεται εξαρχής ότι διαθέτει τα εφόδια για να γίνει μικρός βασιλιάς-μια αντανάκλαση της αφέλειας του Κιχώτη,αλλά σε πιο λάιτ έκδοση] με πρώτη πρώτη την μονομαχία του Δον Κιχώτη με κάτι...ανεμόμυλους που τους πέρασε για γίγαντες:Για να ξεγελαστείς έτσι,θα πει πως έχεις ανεμόμυλους μέσα στο κεφάλι!-όπως θα του πει ο Σάντσο μάταια,καθότι στου κουφού την πόρτα...
Επόμενη τους περιπέτεια η συνάντηση τους μ'ένα καραβάνι καλόγερων κι αγωγιατών που μετέφερε μια αρχόντισσα με προορισμό τη Σεβίλλη.Ο Δον Κιχώτης βλέπει στο καραβάνι μάγους που μεταφέρουν μια αιχμάλωτη βασιλοπούλα,οπότε το ''καθήκον'' τον καλεί ώστε να διορθώσει με κάθε θυσία και με όλη του τη δύναμη την ''αδικία''.
Οι καλόγεροι βλέποντας τον με κοντάρι να τους ορμά το βάζουν στα πόδια,οι αγωγιάτες την πέφτουν στον Σάντσο που είχε μείνει μοναχός του κι ο Κιχώτης πιάνει έτσι την κουβέντα με την κυρά που βρισκόταν εντός της άμαξας,ζητώντας της αντάλλαγμα για την''ιπποτική ευεργεσία'',χωρίς να παραλείψει και να την προκαταλάβει με την απαραίτητη δόση κολακείας ώστε να πάρει την επιθυμητή απάντηση-λίγο λιγότερη απ'την κολακεία που επιφυλάσσει για τον εαυτό του και την Δουλτσινέα του :Η ομορφιά σου,κυρά μου,μπορεί από εδώ και πέρα να κάνει τον εαυτό της όπως της αρέσει.Γιατί τώρα το καμάρι των απαγωγέων σου έχει κυλιστεί στο χώμα,νικημένο απ'το δυνατό μου χέρι.Και για να μη στενοχωριέσαι θέλοντας να μάθεις το όνομα του ελευθερωτή σου,μάθε πως λέγομαι Δον Κιχώτης ντε λα Μάντσα,περιπλανώμενος ιππότης και σκλάβος της ασύγκριτα ωραίας Δουλτσινέας του Τομπόζο.Και σε αντάλλαγμα της ευεργεσίας που δέχτηκες από μένα,μόνο ένα σου γυρεύω:να γυρίσεις πίσω στο Τομπόζο,να παρουσιαστείς από μέρους μου σ'αυτή την κυρία και να της πεις όσα έκανα για τη λευτεριά σου.
Ενας Βάσκος ιπποκόμος της άμαξας ακούγοντας τον Κιχώτη να ζητά απ'την κυρά του ν'αλλάξουν κατεύθυνση,ορμά στον Κιχώτη.Η μονομαχία τους αρχικά φέρνει στη θέση τον Κιχώτη,ύστερα από μια γερή σπαθιά,να μονολογεί:Ω,δέσποινα της ψυχής μου,Δουλτσινέα,άνθος ομορφιάς,έλα βόηθα τον ιππότη σου,που για χάρη της μεγάλης σου καλοσύνης βρίσκεται τώρα σε τέτοιο σκληρό κίνδυνο.
Πάλι,είτε μετά την καταστροφή της βιβλιοθήκης που την χρέωσε σ'ένα μάγο που προστατεύει κάποιον ανταγωνιστή του σε φήμη ιππότη,ή την παραίσθηση του να βλέπει σαν γίγαντες τους ανεμόμυλους και να την χρεώνει αιτιολογικά στον ίδιο μάγο,είτε τις κατηγόριες στο άλογο του Ροσινάντε που σκόνταψε και τον τραυμάτισε σε μια απ'τις πρώτες του παλαβομάρες,είτε τώρα στην επίκληση της Δουλτσινέας,φταίει κάποιος άλλος και ποτέ ο δύστυχος ο ίδιος.Ο ίδιος είναι εκ προοιμίου ο ''καλός'' με τις ακόμη καλύτερες και ''ανιδιοτελείς'' προθέσεις κι όταν ''θυσιάζεται'' για τους άλλους,δεν μπορεί παρά να είναι αυτοί οι άλλοι που ''οφείλουν'' για το ''καλό'' τους να του συμπαραστέκονται.

Η μονομαχία του Δον Κιχώτη με τον Βάσκο τελειώνει με τον Κιχώτη νικητή,δείχνοντας έλεος στον παραζαλισμένο Βάσκο μετά από παρέμβαση των γυναικών που επέβαιναν στην άμαξα,οι οποίες δεν ήθελαν να χάσουν τον ιπποκόμο τους.Οχι φυσικά και πάλι χωρίς αντάλλαγμα:Ο Βάσκος θα έπρεπε να παρουσιαστεί στην εκλεκτή της Δονκιχωτικής καρδιάς Δουλτσινέα για να τον διαθέσει όπως της αρέσει-δηλαδή για να ταπεινωθεί για δεύτερη φορά,μετά την ήττα του στη μονομαχία,μπροστά και στην Δουλτσινέα,σαν ένα επιδεικτικά αποδεκτικό από μέρους της αγαπημένης του λάβαρο της αξιοσύνης του Δον κιχωτικού ιπποτισμού.

ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗΣ ΚΟΣΜΟΣ,ΙΠΠΟΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΟΠΛΑΣΜΕΝΟΣ
Στη συνέχεια της περιπλάνησης τους ο Κιχώτης με τον Σάντσο βρίσκονται να γευματίζουν με κάτι γιδοβοσκούς στρωματσάδα πάνω σε προβιές.Ο Σάντσο στέκεται πάνω από τον Κιχώτη για να του γεμίζει την κούπα του αφεντικού του:Μα ο Δον Κιχώτης,βλέποντας τον ιπποκόμο του έτσι ορθό,του είπε:Για να δεις Σάντσο,τι καλό πράγμα είναι η περιπλανώμενη ιπποσύνη και πόσο γρήγορα αποκτούνε τιμή και υπόληψη όσοι την υπηρετούνε,έλα να καθίσεις στο πλάι μου,παρέα με τούτους τους καλούς ανθρώπους και να βρεθείς ίσος με εμένα που είμαι αφέντης και φυσικός σου κύριος.Φάε από το πιάτο μου και πιες από τη δική μου κούπα.Γιατί μπορεί να ειπωθεί για την ιπποσύνη ότι και για την αγάπη:τα φέρνει όλα στο ίδιο επίπεδο.
Σ'ευχαριστώ,είπε ο Σάντσο.Μα πρέπει να ξομολογηθώ στην ευγένεια σου πως,όσο έχω μπόλικο φαί μπορώ να το τρώω μια χαρά,κι ακόμη καλύτερα ορθός,όσο και καθισμένος πλάι σε αυτοκράτορα.Δε μ'αρέσει να περιορίζομαι,αφέντη.Για τούτο,σε παρακαλώ ν'ανταλλάξω τις τιμές που μου κάνεις με άλλα πράγματα πιο χρήσιμα και ωφέλιμα για μένα.
Πρέπει,ωστόσο,να καθίσεις κοντά μου,γιατί ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται,είπε ο Δον Κιχώτης επιγραμματικά.Κι αρπάζοντας τον Σάντσο από το χέρι,τον ανάγκασε να καθίσει στο πλευρό του.
Ο Σάντσο,όπως και τότε που προειδοποιούσε τον Κιχώτη να σταματήσει να κυνηγά για να μονομαχήσει εναντίον ανεμόμυλων που δεν ήταν στη πραγματικότητα γίγαντες,ξανά επισημαίνει στο αφεντικό του,με την ειλικρίνεια και τον αυθορμητισμό της αυτογνωσίας που τον διέπει,ότι η πραγματικότητα κι η ιεράρχηση των επιθυμιών είναι κάπως διαφορετική απ'αυτή που φαντάζεται ή επιθυμεί για τους άλλους ο Κιχώτης[για την ακρίβεια,αυτή που επιθυμεί με βάση τους δικές του ηθικολογικές νόρμες[όπως επισημάνθηκε και πριν,ο Κιχώτης γνωρίζει,παρά τις χίμαιρες του,την ιεραρχήσεις των πολλών άλλων].
Με τον ίδιο τρόπο που ο ιπποτισμός που κυνηγά ανεμόμυλους,μέσα στον πόθο του για υπόληψη και ηθικολογικές τιμές,βλέπει παντού αδικίες και κατατρεγμένους που χρήζουν προστασίας ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχουν,εξίσου η λαθροποσία του φαντασιωτικού μυαλού του βλέπει παντού ανθρώπους που είναι ''τόσο χαμηλά'' κι έχουν ανάγκη για μια ''ανύψωση'' στο επίπεδο της ιπποτικής ισότητας-την έχουν διαχρονικά αυτή τη λόξα όλοι οι αυτόκλητοι μάρτυρες κάποιου ''ανώτερου'' προτύπου,εν προκειμένω του ιπποτικού.
Χορτασμένος πια ο Δον Κιχώτης και παίρνοντας μια φούχτα βελανίδια αρχίζει τα κηρύγματα αναπόλησης της ''ισότητας'' των παλαιών καιρών,τότε που ο άνθρωπος δεν ήξερε να λέει ''δικό μου'' και ''δικό σου'' ζώντας σε μια ''ευλογημένη και αθώα εποχή''-κι όμως:Καλώντας τον Σάντσο να καθίσει πλάι του  και να φάει από το πιάτο του,δεν επέδειξε καμιά διάθεση ''ισότητας'',αλλά,αντιθέτως,παραδεχόμενος ο Κιχώτης σε μια πρότερη του δείπνου με τους βοσκούς συνομιλία με τον Σάντσο ότι τα πρότυπα της ιπποτικής διατροφής είναι λιτά,αποδέχεται για τον εαυτό του το ηθικό όφελος των τιμών[και βέβαια το κέντρισμα της καρδιάς της Δουλτσινέας],αφήνοντας στον ''υλιστή'' Σάντσο την μάσα του μπόλικου φαγητού-ο Κιχώτης μοιάζει εδώ να μην αποδέχεται ότι το να διεκδικεί ο άνθρωπος κυριότητες λέγοντας ''δικό μου'' είναι κάτι που είναι γραμμένο στη φύση του,αλλά,αντιθέτως,είναι ''κατασκευασμένο'' απ'τις κοινωνικές συνθήκες.Και τι καλύτερο άλλοθι αυτό για έναν ονειροπόλο ιππότη της ''δικαιοσύνης'';

Οι δύο ήρωες μας μετά απ'αυτά,παίρνουν πάλι τα βουνά για να τα καθαρίσουν από τους κακοποιούς που τα ερημώνανε.Υστερα από μεγάλη και άσκοπη περιπλάνηση βρεθήκαν σε ένα λιβάδι.Ο Σάντσο αφήνει άδετο το άλογο τον Ροσινάντε και του την πέφτουν φοράδες από κάτι αγωγιάτες που είχαν πάει τα κοπάδια τους εκεί γύρω να βοσκήσουν.Ο Δον Κιχώτης αμέσως επιζητεί εκδίκηση,μόνο που οι αγωγιάτες είναι πολύ περισσότεροι απ'αυτόν και τον ιπποκόμο του και φυσιολογικά τους κάνουν τόπι στο ξύλο.Με πολλούς αναστεναγμούς,ο Σάντσο εναποθέτει πάνω στο δικό του γαϊδούρι τον Κιχώτη,δένει από πίσω και τον Ροσινάντε κι οι ήρωες μας περνάνε εκείνη τη νύχτα παρέα με τους πόνους τους σε ένα κοντινό χάνι.
Εκεί φτιάχνουν από λάδι,αλάτι,δενδρολίβανο και άλλα υλικά ένα φάρμακο βάλσαμο για τους πόνους που είχαν απ'τα χτυπήματα που δέχτηκαν.Ο Κιχώτης νιώθοντας καλύτερα,βιαζόταν να φύγει για νέες περιπέτειες,με τον ίδιο τον Θερβάντες να μην μπορεί να κρύψει την ειρωνεία του για την Δονκιχωτική κατάσταση,ξεκαθαρίζοντας για μια ακόμη φορά ότι το ''ιπποτικό'' δημιούργημα του είναι ξεκάθαρο στις στοχεύσεις του,δίχως ''βαθύτερα νοήματα'':Του φαινότανε,βλέπετε,πως κάθε στιγμή που αργούσε να φύγει στερούσε τον κόσμο κι όσους βρίσκονταν σε ώρα ανάγκης από τη βοήθεια και την προστασία του.

Καθώς ετοιμαζόταν να φύγει σκέφτηκε ότι έπρεπε να πληρώσει και τον ιδιοκτήτη του χανιού,προτείνοντας του να εκδικηθεί τυχόν εχθρούς του.Ο χανιτζής φυσικά αρνείται και ζητά χρήματα για τη φιλοξενία αλλά και για το σανό και το κριθάρι που φάγανε τ'άλογα των δύο ηρώων μας.Ο Δον Κιχώτης του πουλάει τρέλα,ή μάλλον,σαν παραγωγός παλαβομάρας,δεν έχει κάτι άλλο να του πουλήσει και του βγαίνει φυσικά το δούλεμα-δουλεύοντας τον ίδιο τον εαυτό του με τις χίμαιρες του,του έχει γίνει δεύτερη φύση:
Θα το καταλαβαίνεις και μόνος πως δεν πρέπει να παραβιάσω τους κανόνες της ιπποσύνης.Κι ο πρώτος απ'αυτούς είναι να μην πληρώνουμε ποτέ στα χάνια,γιατί είναι υποχρεωμένα,σε αντίθεση με τους πύργους,να δέχονται τους ιππότες,σε αντάλλαγμα για τους αμέτρητους κόπους που κάνουνε μέρα και νύχτα,χειμώνα καλοκαίρι,με τη ζέστη και το χιόνι,για να υπηρετούνε τον κόσμο.
Ο χανιτζής επιμένει να πληρωθεί κι ο Κιχώτης σπιρουνιάζει το άλογο του και την κοπανάει,γιατί μπορεί να μάχεται γενικώς και αορίστως για την ''ισότητα'',αλλά σε ταπεινά και μαζικά χάνια δεν πρέπει να καταδέχεται ένας ιππότης να πληρώσει και χρήματα για τις υπηρεσίες που έλαβε-ίσα ίσα,η τιμή ανήκει στα χάνια που τους κάνουν και τη χάρη να τα επισκέφτονται οι υπεράνω ιππότες.
Το θέμα είναι όμως ότι αφέθηκε στη μοίρα του ο Σάντσο,στον οποίο πρόστρεξε ο χανιτζής για να πάρει τα χρωστούμενα.Με τη βοήθεια και άλλων θαμώνων ξυλοφορτώνεται.Ο Κιχώτης που πάνω στην...ανιδιοτελή κάψα του να παραστήσει τον νταβατζή-προστάτη τον ξέχασε,αλλά έλα όμως τον θυμήθηκε ακούγοντας τα ξεφωνητά του ενόσω απομακρυνόταν από το χάνι και επέστρεψε πίσω.Ο χανιτζής βρήκε εν τω μεταξύ το δισάκι του Σάντσο που είχε μέσα νομίσματα κι ο χανιτζής τον ξεπροβόδισε.
Οι δυο ήρωες παίρνουν πάλι τους δρόμους κι ο φουκαράς ο Σάντσο,σαν να μην του έφτανε το νέο ξυλοκόπημα που δέχτηκε για χατήρι του παλαβιάρη αφεντικού του,τον ακούει κι από πάνω να κατηγορεί για το νέο τους πάθημα κάτι άλλο εκτός απ'τον ίδιο τον εαυτό του:Καλέ μου Σάντσο,εκείνο το χάνι ήτανε μαγεμένο.Αυτοί που σου παίξαν ένα τόσο άσχημο παιχνίδι πρέπει να ήτανε φαντάσματα!
Ο φουκαράς ο Σάντσο αποκαμωμένος ζητά το φυσιολογικό:Να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής για το χωριό τους τώρα που είναι κι ο καιρός του θερισμού,ώστε να κοιταχτεί λιγάκι και το πραγματικό τους συμφέρον.Ο Κιχώτης ο...ανιδιοτελής,αρνείται:
Πόσο λίγο καταλαβαίνεις από ιπποσύνη!Τι είναι όλα τα βάσανα που τραβάμε,μπροστά στην αιώνια δόξα που μας καρτερεί;Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν τι υπέροχο είναι να νικάς,να θριαμβεύεις σε μια μάχη;
Ο Σάντσο,που αντιλαμβάνεται ότι το αφεντικό του επίσης για συμφέρον μιλά,έστω και ''μη υλικό'',αλλά κι ότι η σχέση τους δεν είναι ισομερής,σε αναλογία και με τη σχέση κόστους οφέλους του εγχειρήματος τους,επισημαίνει ότι:Από τότε που γίναμε περιπλανώμενοι ιππότες-η αφεντιά σου δηλαδή γιατί εγώ δεν έχω τέτοια τιμή-κανέναν δε νικήσαμε ακόμα,πέρα από κείνον τον Βάσκο.Και πάλι,η νίκη μας κόστισε το μισό σου αυτί.Απο κείνη τη μέρα,μονάχα ξύλο στο ξύλο τρώμε απανωτά και γροθιές στις γροθιές.Και,μα την αλήθεια,εγώ παιδεύτηκα πιο πολύ από σένα γιατί με τινάξανε πάνω στην κουβέρτα,λες κι ήμουνα σκύλος.
Δεν καταλαβαίνω γιατί ύστερα από τόσα πρέπει να γελώ.

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΔΙΩΚΤΗΣ,ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΔΙΩΚΤΗΣ
Μα εκείνη τη στιγμή ο ανεμομυλοδιώκτης Δον Κιχώτης διακρίνει στον ορίζοντα ένα σύννεφο σκόνης που φαντάζεται ότι είναι στρατός-Ο Σάντσο του λέει ότι δεν είναι τίποτ'άλλο παρά κοπάδια προβάτων,αλλά ο Κιχώτης βλέποντας ότι του είχε ήδη ζωγραφίσει η φαντασία του,άκουγε χλιμιντρίσματα αλόγων αντί για βελάσματα προβάτων,οπότε ορμά καβάλα στον Ροσινάντε να τρυπήσει με το κοντάρι του τα...πρόβατα,αφήνοντας μόνος τον Σάντσο να τραβάει τα γένια του με την απόφαση του ν'ακολουθήσει έναν παλαβό.
Οι τσοπάνηδες των κοπαδιών παίρνουν με τις πέτρες τον Κιχώτη κι ο ήρωας μας ξανατραυματίζεται,μόνο που αυτή τη φορά φάρμακο εύκαιρο δεν υπάρχει γιατί ο Σάντσο διαπιστώνει ότι το δισάκι του ξεχάστηκε στο χάνι.Ο Κιχώτης πείθει με τα πολλά τον απελπισμένο Σάντσο να συνεχίσουν τις περιπέτειες τους,ψάχνοντας ένα καταφύγιο ώστε να περάσουν τη νύχτα.
Στη πορεία πέφτουν πάνω σε καβαλάρηδες που είχαν δαυλούς στα χέρια και κουβαλούσαν ξωπίσω τους μια κάσα.Ο Κιχώτης δεν χάνει την ευκαιρία να χώσει πάλι τη μύτη του και να ξεκινήσει καυγά,υποθέτοντας πως στη κάσα κοίτεται κάποιος ιππότης που αυτοί θανατώσαν.
Ο Κιχώτης αυτή τη φορά τους κάνει ζάφτι και τους τρέπει σε φυγή εκτός από έναν ιερωμένο που ήταν καβάλα πάνω σ'ένα μουλάρι.Μαθαίνει απ'αυτόν ποιοι πραγματικά ήταν οι καβαλάρηδες και φυσικά συστήνεται στον άγνωστο του ως Δον Κιχώτης που αποστολή του είναι να γυρνά τον κόσμο και να διορθώνει τις αδικίες[δηλαδή για εμάς που αναγιγνώσκουμε,να της δημιουργεί ο ίδιος πάνω στον πόθο του].Ο Σάντσο βλέποντας το αφεντικό του υπό το φως του δαδιού και με πληγωμένο το πρόσωπο απ'τις πετριές,βρίσκει την ευκαιρία να βγάλει ένα νέο[και πιο ταιριαστό]παρατσούκλι στον Κιχώτη:Ιππότης της ελεεινής μορφής.
Ο Κιχώτης αποδέχεται το νέο παρατσούκλι καθότι ο ιστορικός του μέλλοντος που θα γράψει για τα κατορθώματα του,θα χρειάζεται να έχει κι ένα παρατσούκλι,όπως είχαν κι οι ιππότες του παλιού καιρού.

ΤΟΝ ΠΗΡΑΝ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ
Οι δύο ήρωες μας συνεχίζοντας την πορεία τους ,βρέθηκαν μπροστά σε μια ντουζίνα ανθρώπους που ήταν δεμένοι ο ένας με το λαιμό του άλλου με μια μεγάλη αλυσίδα,όπως και με χειροπέδες στα χέρια.Τους συνοδεύανε δυο καβαλάρηδες και δύο πεζοί.Ο Κιχώτης αλλάζει τακτική και προτού επιτεθεί χωρίς να ρωτήσει κανέναν για το τι συμβαίνει[παρά μόνο τις φαντασιώσεις του],ζητά να μάθει απ'τους καβαλάρηδες τι συμβαίνει.Ο καβαλάρης του αποκρίθηκε πως ήτανε σκλάβοι για τις γαλέρες της Αυτού Μεγαλειότητας.Ο ''προστάτης'' των αδυνάμων Δον Κιχώτης τους ζητά να αφεθούν ελεύθεροι,εκείνοι φυσιολογικά αρνούνται καθώς δεν είχαν τέτοια αρμοδιότητα κι ο ήρωας μας ορμά καταπάνω τους.Πάνω στην αναμπουμπούλα οι κατάδικοι βρίσκουν την ευκαιρία να σπάσουνε τις αλυσίδες που τους κρατούσαν δεμένους,οπότε,φυσιολογικά,η ολιγομελής φρουρά τους σκόρπισε.Ο Κιχώτης,ακόμη πιο φυσιολογικά,δεν ξεχνά να ζητήσει αντάλλαγμα για την ευεργεσία που τους έκανε:
Δείχνει καλή ανατροφή όποιος χρωστάει χάρη για το καλό που του κάνανε,κι η αχαριστία είναι μια αμαρτία που πιο πολύ κι από τις άλλες δεν τη θέλει ο Θεός.Το λέω αυτό,κύριοι,γιατί και μόνοι σας είδατε το καλό που σας έκαναν.Θέλω,λοιπόν,κι εγώ μια χάρη.Να φορτωθείτε την αλυσίδα που σας έβγαλα απ'το λαιμό και να πάρετε τώρα τον δρόμο που βγάζει στο Τομπόζο.Φτάνοντας εκεί,να παρουσιαστείτε στη δέσποινα μου τη Δουλτσινέα του Τομπόζο και να της πείτε πως ο ιππότης της,ο Ιππότης της Ελεεινής Μορφής,της στέλνει τα χαιρετίσματα του.Υστερα,θα της πείτε με το νι και με τι σίγμα όλα όσα γίνανε σε τούτη τη σπουδαία περιπέτεια.

Ενας κατάδικος του αποκρίθηκε ότι αυτή η προσταγή είναι αδύνατον να εκτελεστεί διότι τώρα που ελευθερώθηκαν πρέπει,αντιθέτως,να διασκορπιστούν κι όχι να κυκλοφορούν όλοι μαζί μπουλούκι,καθώς οι αρχές θα κινητοποιηθούν και θα ψάξουν για να τους βρουν.Ο Κιχώτης του ξεφωνίζει έξαλλος πως θα τον στείλει μονάχο του να εκτελέσει τη διαταγή,οι κατάδικοι  παίρνουνε χαμπάρι ότι έχουν να κάνουν με έναν παλαβιάρη και τον παίρνουνε κυριολεκτικά με τις πέτρες.Ξεγυμνώνουνε τους δύο ήρωες μας απ'ότι μπορούσαν να πάρουν,μοιράζονται τα λάφυρα και φεύγουν.Βυθισμένος στην απελπισία του νέου ξυλοδαρμού του,ο Κιχώτης ομολογεί στον Σάντσο:
Το'χα από καιρό ακουστά πως,θέλοντας να κάνεις καλό στους κακούς,είναι σαν να ρίχνεις νερό στη θάλασσα.Αν είχα πιστέψει τα λόγια σου,θα είχα ξεφύγει από τούτον τον σαματά.Μα ότι έγινε έγινε.Υπομονή!Από εδώ και πέρα θα'μαι πιο φρόνιμος.
Ο Σάντσο δυσκολεύεται να πιστέψει αυτό που μόλις άκουσε και δυσπιστεί.Ο Κιχώτης,αφού τον αποκαλεί ''δειλό'',τον διαβεβαιώνει ότι αυτή τη φορά κυριολεκτεί,ζητώντας με τη σειρά του από μέρους του διαβεβαιώσεις ότι η ιπποτική υστεροφημία του δεν θα στιγματιστεί:Τούτη τη φορά θ'αποτραβηχτώ προτού ξεσπάσει ο σίφουνας που τόσο τον φοβάσαι.Αλλά μ'έναν όρο:ποτέ σου,ακόμα και τη στιγμή που θα κλείνεις για πάντα τα μάτια σου,δεν θα πεις σε κανέναν πως έφυγα από τούτο τον κίνδυνο παρακινημένος από φόβο.Το κάνω μόνο και μόνο για τα παρακάλια σου και για να σου κάνω το χατήρι.
Οι δυο ήρωες μας κίνησαν να φύγουν για να βρουν κάπου να κρυφτούν και πέρασαν την νύχτα πλαγιάζοντας σε δύο βράχους τριγυρισμένους από φυλλόδεντρα.Στο ίδιο μέρος όμως βρέθηκε κατά κακή ''σύμπτωση'' κι ο κατάδικος που αντιμίλησε στον Κιχώτη και,βρίσκοντας τους κοιμισμένους,άρπαξε το άλογο του Σάντσο.Ανακαλύπτοντας το περιστατικό ο Κιχώτης υπόσχεται να δώσει στον Σάντσο τρία γαϊδουράκια που είχε στο χωριό κι η περιπλάνηση των ηρώων μας συνεχίστηκε.

ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΓΚΟΜΕΝΕΣ
-Πες μου,αφέντη.Πόσο καιρό λογαριάζει η χάρη σου να γυροφέρνουμε σ'αυτούς τους αγριότοπους;
-Σώπα,Σάντσο,δεν ξέρεις εσύ!Εχω σκοπό να κάνω εδώ μια ανδραγαθία που θα με δοξάσει και θ'απλώσει τη φήμη μου σε όλο τον κόσμο.Με το κατόρθωμα μου αυτό θα πετύχω την ανώτατη τελειότητα και το καλύτερο όνομα που μπορεί ποτέ ν'αποκτήσει ένας περιπλανώμενος ιππότης.
Ποιο κατόρθωμα;
Ο φημισμένος Αμαντίς ο Γαλάτης ήταν ένας απ'τους πιο τέλειους περιπλανώμενους ιππότες.Μα τι λέω ''ένας'';Ηταν ο μόνος,ο πρώτος και μοναδικός που βρέθηκε στον κόσμο μέχρι σήμερα!
Κι έδειξε τη σοφία του,την αρετή του και τη λεβεντιά του,την υπομονή και τη σταθερή του αγάπη,τότε που τον μάλωσε η δέσποινα του η Οριάνα κι αυτός αποτραβήχτηκε στο Γυμνό Βράχο κι από Ιππότης της Πύρινης Ρομφαίας πήρε το όνομα Ιππότης της Μαύρης Μελαγχολίας.
Την απομόνωση,λοιπόν,που έβαλε θεληματικά στον εαυτό του θα βάλω κι εγώ στον δικό μου.Και μου είναι πιο εύκολο να τον μιμηθώ σε τούτο παρά να σκίζω τους γίγαντες στα δύο,ν'αποκεφαλίζω φίδια,να σκοτώνω δράκοντες,να συντρίβω στόλους και να διαλύω μάγια.
Δεν πρέπει να χάσω την ευκαιρία που μου δίνει τούτη η ερημιά για να βγάλω πέρα την απομόνωση μου.
Μα εσένα δεν σε πείραξε η Δουλτσινέα,του επισημαίνει ο Σάντσο.Μα ο Κιχώτης έχει σκοπό,ακριβώς όπως ψαρεύει τη φήμη του ιππότη κυνηγώντας ακόμη και ανεμόμυλους,να εκβιάσει την αποδοχή του απ΄την Δουλτσινέα,γι'αυτό και ζητεί απ'τον Σάντσο να μην ξεχάσει να της αναφέρει τίποτα απ'όσα κάνει για πάρτη της με τελικό σκοπό να της ξεκαθαρίσει ότι...εκείνη φταίει για όλα του τα δεινά κι άρα του ''χρωστάει'' μια γενναιόδωρη αποδοχή!
Για να είναι και σίγουρος ο Δον Κιχώτης ότι το μήνυμα του προς την Δουλτσινέα θα γίνει πλήρως αντιληπτό,φροντίζει να επιγράψει τον εκβιασμό του και σε επιστολή:Οι θλιβερές μου μέρες είναι δικές σου.Ενας σου λόγος μπορεί να τις κρατήσει,ένας σου λόγος μπορεί να τις αποτελειώσει.Πρόσταξε!Θα μου είναι γλυκό να δώσω ικανοποίηση στη σκληρή καρδιά σου.
Ο Σάντσο του υπενθυμίζει να γράψει και το σημείωμα προς την ανιψιά του Κιχώτη με το οποίο θα ζητεί να του δοθούν τρία γαϊδουράκια και ξεκινά την αποστολή του.Μετά από μια μέρα πορείας φτάνει στο χάνι απ'όπου πέρασε και πριν λίγο καιρό παρέα με τον Κιχώτη,βρίσκοντας εκεί τον παπά και τον κουρέα του χωριού του Δον Κιχώτη που βρίσκονταν σε αναζήτηση του ώστε να τον επαναφέρουν στο χωριό.Ο Σάντσο τους εξηγεί τη κατάσταση και παπάς  και κουρέας στήνουν ένα τέχνασμα ώστε να ξεγελάσουν τον Κιχώτη και να τον αποτραβήξουν απ'την απομόνωση του-τέχνασμα που πετυχαίνει,με τους ήρωες μας να παίρνουν τον δρόμο του γυρισμού.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΝΑΕΙ-ΓΙ'ΑΥΤΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ''ΑΘΩΑ'' ΨΕΜΑΤΑ
Ο Δον Κιχώτης,έχοντας καταπιεί το τέχνασμα αμάσητο,υπολογίζει ότι ο Σάντσο πήγε και βρήκε την Δουλτσινέα,και ρωτά τον Σάντσο για τις αντιδράσεις της.Ο Σάντσο τον παραμυθιάζει ότι εκπλήρωσε την αποστολή που του ανατέθηκε και του αναφέρει ότι η Δουλτσινέα,μετά απ'όσα άκουσε,λαχταρά την επίσκεψη του ίδιου του Δον Κιχώτη.
Ο ήρωας μας βρίσκεται μπροστά σε δίλημμα:Να σκοτώσει τον γίγαντα που βαστάει το θρόνο της αρχοντοπούλας[Ενας ανύπαρκτος γίγαντας που απειλεί τον θρόνο μιας επίσης ανύπαρκτης αρχοντοπούλας-το τέχνασμα που σκέφτηκαν ο παπάς κι ο κουρέας ώστε να τσιγκλήσουν το ιπποτικό πνεύμα του Κιχώτη και να τον οδηγήσουν πίσω στο χωριό του]ή να τρέξει αμέσως κοντά στην αγαπημένη του;
Ο Σάντσο του προτείνει να παντρευτεί την βασιλοπούλα ώστε να πάρει ο ίδιος να κυβερνήσει καμιά επαρχία από την επικράτεια της.Ο Κιχώτης του αποκρίνεται ότι και θα πολεμήσει για την βασιλοπούλα,ώστε να δώσει στον ιπποκόμο του μια επαρχία για να κυβερνήσει,όπως και τ'ότι θα επισκεφτεί κατόπιν την Δουλτσινέα-μπορεί ο Κιχώτης να κακίζει τον Σάντσο για την πονηράδα να προτείνει τον γάμο του με την βασιλοπούλα,αλλά κι ο ίδιος ο Κιχώτης μένει πιστός σε κάτι αντίστοιχο με τον ''υλισμό'' του Σάντσο:
Στην πίστη που δείχνουν στην αγάπη τους οι περιπλανώμενοι ιππότες.Αυτή η πίστη,όμως,προς το παρόν,αφού κιόλας ''κατοχυρώθηκε'' απ'όσα δήθεν μετέφερε για λογαριασμό του ο Σάντσο στην Δουλτσινέα,μπορεί να περιμένει για λίγο μέχρις ώτου ο Κιχώτης ελευθερώσει τον θρόνο απ'τον γίγαντα για λογαριασμό της βασιλοπούλας-χρειάζεται και ''κατορθώματα'' η ιπποτική φήμη για να ευδοκιμήσει,όχι μόνο όρκους αφοσίωσης στο έτερον ήμισυ.
Ένα έτερον ήμισυ κινητοποιεί πρωταρχικά τον ήρωα μας τ'οποίο αποτελείται από σάρκα και σώμα,δηλαδή ύλη:Ο Σάντσο δεν είναι μόνος του στην αντιπροσώπευση της ύλης,κι άρα σε αντιδιαστολή με τον Κιχώτη που αντιπροσωπεύει το ''πνεύμα''-ο ρόλος του Κιχώτη ετεροπροσδιορίζεται,εν αντιθέσει με τον σταθερά πραγματιστή Σάντσο:Ο Κιχώτης είναι αυτός που φροντίζει να δίνει υλικά κίνητρα υποσχέσεων στον Σάντσο όποτε του ζητεί ν'αναλάβουν μια ακόμη αποστολή,προσπέφτοντας στον υλισμό για να κινητοποιήσει τον ιπποκόμο του-ξέρει καλά ο ήρωας μας ότι τίποτα δεν σε κάνει να δρας για κάτι άσκοπα:Πάντα σε κάτι αποσκοπείς,όσο κι αν διαφορετικά το ντύνεις με περικοκλάδες ρομαντισμού.

ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Τα τεχνάσματα για να μαζευτεί πίσω στο χωριό του ο Δον Κιχώτης,μπας και γιατρευτεί απ'την τρέλα που τον βάρεσε,συνεχίζονται εκ μέρους του παπά,του κουρέα και κάποιων άλλων επιφανών επισκεπτών στο χάνι:Μεταμφιέζονται με μάσκες και κλείνουν τον Κιχώτη σε μια κλούβα που θα τον μεταφέρει δεμένο πίσω στον τόπο του χωρίς να προβάλλει καμιά αντίσταση στους ''δεσμοφύλακες'' του,καθώς η τρελή φαντασία του πίστεψε μεμιάς ότι τον άρπαξαν φαντάσματα,σαν αυτά που δήθεν έβλεπε στις περιπέτειες του που προηγήθηκαν,κι άρα ήταν ανυπεράσπιστος απέναντι τους.
Επιστρέφει,λοιπόν,στο σπίτι του όπου κάθεται για ένα μήνα μέχρι που παίρνει την απόφαση να φύγει με σκοπό νέες ιπποτικές ανδραγαθίες για τρίτη φορά.Μα πριν κινήσει για το νέο ταξίδι του σκέφτηκε να περάσει από το Τομπόζο για ν'ανταμώσει για πρώτη φορά την ωραία Δουλτσινέα.Οσο και να ψάχνει το ''παλάτι''της παρέα με τον Σάντσο δεν το βρίσκει-το μόνο που τους βρίσκει είναι η νύχτα.
Ο Σάντσο του προτείνει ν'αποσυρθούν,υποσχόμενος ότι με το επόμενο φως της ημέρας θα ψάξει να βρει την Δουλτσινέα.
Ο Κιχώτης ξορκίζει τον ιπποκόμο του να μην ξαναπαρουσιαστεί μπροστά του εάν δεν την πείσει να παρουσιαστεί μπροστά του για να του δώσει την ευλογία της.Ο Σάντσο που μόλις έμαθε απ'το στόμα του Κιχώτη πως δεν έχει δει ποτέ του την Δουλτσινέα,αντιλαμβάνεται τη νέα τρέλα εις την οποία τον εμπλέκει το αφεντικό του κι αποφασίζει για μια ακόμη φορά να κοροϊδέψει τον Κιχώτη,κάνοντας τον να πιστέψει πως η πρώτη χωριατοπούλα που θ'ανταμώσει ο Σάντσο είναι η Δουλτσινέα.
Μετά από ώρα παραμονής στο ίδιο μέρος,ώστε να βεβαιωθεί ο Κιχώτης πως βρήκε τον καιρό και πήγε στο Τομπόζο και γύρισε,την ώρα που σηκώνεται να καβαλικέψει για να πάει να βρει τον Κιχώτη βλέπει να έρχονται τρεις χωριατοπούλες καβάλα πάνω σε γαϊδουρίτσες.
Παρουσιαζόμενος στον Κιχώτη του μηνύει ότι η Δουλτσινέα έρχεται να τον επισκεφτεί.Ο Κιχώτης βλέποντας τρεις χωριατοπούλες καβάλα πάνω σε τρία γαϊδουράκια,αρχικώς,δεν πιστεύει τον Σάντσο.
Ο Σάντσο υποδέχεται τις χωριατοπούλες γονατίζοντας και φωνάζοντας στην πρώτη απ'αυτές να καταδεχτεί να μιλήσει στον αιχμάλωτο της ιππότη τον Δον Κιχώτη.Οι χωριατοπούλες θυμωμένες ζητούν απ΄τους ήρωες μας να τις αφήσουν στην ησυχία τους κι ο αρχικά σαστισμένος Δον Κιχώτης που,με τη φαντασία του έπλαθε μέχρι και γίγαντες και φαντάσματα στη θέση των ανεμόμυλων,υποκλίνεται στη χωριατοπούλα ''Δουλτσινέα'' ζητώντας της αποδοχή.
Οι χωριατοπούλες βιτσίσανε τα ζώα τους κι απομακρύνθηκαν με τον Δον Κιχώτη να μην αντιλαμβάνεται τι πραγματικά συμβαίνει,ανακουφίζοντας τον Σάντσο που τόσο καπάτσα τον είχε ξεγελάσει,καθότι κατηγορεί τους ''κακούς μάγους'' πως μεταμορφώσανε τη Δουλτσινέα σε αυτή τη χυδαία μορφή της χωριατοπούλας.
Μετά απ'αυτά,οι δύο ήρωες μας ξεκινήσαν για νέες περιπέτειες παίρνοντας ξανά τη στράτα τους.


ΔΙΧΩΣ ΤΟ ΠΡΟΣΚΑΙΡΟ ΥΛΙΚΟ ΠΩΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙΣ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ;
Η πορεία του Δον Κιχώτη είναι η πορεία του ανθρώπου για την αναζήτηση της ψυχής του.Θυσιάζει το υλικό και το πρόσκαιρο,για το πνευματικό και το αιώνιο.
Σε μια εποχή,όπου όλα αναθεωρούνται και επανατοποθετούνται,οι κωμικοτραγικές φιγούρες του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα είναι επίκαιρες όσο ποτέ.
Από μια παρουσίαση θεατρικής παράστασης με θέμα τον ΔονΚιχωτισμό .
Μερικές παρατηρήσεις,πρωτίστως,για το θέμα της αναθεώρησης που επιφέρει αναπόφευκτα η κάθε είδους αναζήτηση:Ο Δον Κιχώτης με το σώμα του[και το νου συν τη φαντασία που το σώμα αυτό φέρει]δεν γίνεται η αφήγηση-αντιθέτως,μεταδίδει μια εμπεδωμένη διαμεσολαβημένα αφήγηση:
Τον ''αφιλοκερδή'' ιπποτισμό που έμαθε μέσα απ'τη βιβλιοθήκη του και τον οποίο μιμείται σχεδόν απόλυτα μηχανικώς-με όχημα τον ιπποτισμό επιχειρεί ν'αποκτήσει αιώνια σταθερή φήμη κάνοντας διάφορες αγαθοεργίες που αφορούν διαφωνίες ανθρώπων πάνω στον πραγματικό και υλικό κόσμο.
Ο Σάντσο,όμως,έχει πλήρη επίγνωση των κωμικοτραγικών δεινών που βιώνουν στις περιπέτειες τους,δίχως να κυνηγά ανεμόμυλους που η φαντασία του τους παριστάνει σαν γίγαντες.Εξ ου κι η φιλολογική ''αντίθεση'' που αναδύεται σαν ένα βαθύτερο νόημα της σχέσης ανάμεσα στον ''υλιστή'' Σάντσο και τον ''πνευματικότερο'' Κιχώτη-απλώς ο Κιχώτης δεν έχει πλήρη αυτεπίγνωση του δικού του υλισμού.
Κι όπως θα δούμε στον επίλογο του έργου του Θερβάντες,ο μόνος που θ'αλλάξει τον χαρακτήρα του και την κοσμοθέαση του μετά απ'αυτές τις περιπέτειες,είναι ο Κιχώτης-όταν έρχεται η στιγμή που αντιλαμβάνεται τα σύνορα μεταξύ του γνωστικού και του τρελού του χωριού.
Ο Δον Κιχώτης δεν παρασύρεται σ'έναν κόσμο που δεν έχει να κάνει πολλά με την πραγματικότητα χωρίς να πιστεύει και ν'αγωνίζεται,εξαιτίας αυτής της πίστης,για κάποιες αξίες.
Η Δονκιχωτική περιπλάνηση μεταφράζεται,σαν φαντασιακή που είναι,σε μια συμβολική περιπλάνηση στον κόσμο του φανταστικού,του ιδεαλιστικού και,άρα,του παιχνιδιού.
Διότι,η πραγματικότητα είναι καθορισμένη από αδήριτους κανόνες που δεν επιδέχονται και πολλών παρερμηνειών.Το παιχνίδι του Κιχώτη είναι εξ ορισμού επικίνδυνο και ρισκοβόλο,καθώς ο Κιχώτης επιδίδεται στις επαναλαμβανόμενες περιπέτειες του σ'ένα κυνήγι ξεπεράσματος των προηγούμενων φημισμένων ιπποτικών ορίων.
Η πίστη έχει άμεση ανάγκη της επανάληψης ώστε να ''επιβεβαιωθεί'',άρα κάλλιστα μπορούμε να παρατηρήσουμε στ'ότι ακόμη κι αυτό το φανταστικό παίγνιο ρομαντισμού εις τ'οποίο επιδίδεται ο Κιχώτης για να υπερβεί τα όρια της πιστοποιημένης πραγματικότητας,στη πορεία του μορφοποιείται στέρεα μόνο με ''αντιγραφή'' των κανόνων της πραγματικότητας που θέλει να προσπεράσει!
Η επανάληψη χρήζει κανόνων που τηρούνται συστηματικά και επαναλαμβανόμενα,δηλαδή μηχανικά,ώστε να επιβεβαιωθεί η πίστη του υποκείμενου φορέα της:
Για να πραγματωθεί το επιδιωκόμενο συνυφαίνει μόνο ομοιότητες,και,άρα,επικαθορίζεται ουσιωδώς απ'τον κόσμο της πραγματικότητας για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ αυτής και της φαντασίας του.Οι όροι επανάληψη και πίστη είναι και όροι του υπαρξιακού παιχνιδιού που παίζεται στον κόσμο του πραγματικού-μέσω της πίστης του ο άνθρωπος επαναλαμβάνει αυτό που θεωρεί πρέπον,όμως καμιά φορά στη πορεία αναγκάζεται ν'αναθεωρήσει βλέποντας τα ευρύτερα αποτελέσματα μιας επαναλαμβανόμενης εφαρμογής του.
Με άλλα λόγια,η αναθεώρηση κι επαναταξινόμηση,το πνεύμα του παιχνιδιού αναζήτησης κ.ο.κ δεν είναι προνόμιο του κόσμου του ΔονΚιχωτικού φανταστικού.Ολα όσα βίωσε μέσω της περιπλάνησης του ο Δον Κιχώτης,υπάρχουν μεν γιατί υπάρχει κάποιος που τα βλέπει,μόνο που αυτός που τα είδε[ή τα φαντάστηκε μόνο] πρώτος τα έγραψε κι ο Κιχώτης μεταγενέστερα τα διάβασε και προσπάθησε ν'αναβιώσει τα ιπποτικά αυτά βιωμένα πρότυπα-Ν'αναβιώσει κάτι που παρήκμασε και το ξέρασε η πραγματικότητα που το άλεσε στον τροχό της:Υπό αυτή την έννοια ο Κιχώτης συμβολίζει το οπισθοδρομικά νοσταλγικό πνεύμα που απεχθάνεται τη ρευστότητα των πραγμάτων και,άρα,αναιρεί το πνεύμα παιγνίου που συμβολίζει η επιθυμία για περιπλάνηση...

ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΩΝ [ΒΑΡΙΕΣΤΗΜΕΝΩΝ] ΛΙΟΝΤΑΡΙΩΝ
Οι δυο ήρωες μας συναντούν στο δρόμο τους ένα σημαιοστολισμένο κάρο που κουβαλά δυο κλουβιά με λιοντάρια που πηγαίνουν δώρο σε έναν βασιλιά από έναν στρατηγό.Ο Δον Κιχώτης δεν εκλαμβάνει αυτή τη συνάντηση σαν κάτι τυχαίο αλλά ''προκαθορισμένο απ'τη μοίρα'' και τους γνωστούς ''μάγους'' που τον δοκιμάζουν,εξ ου κι ο παράτολμος Κιχώτης ζητά ν'αφεθούν ελεύθερα καταπάνω του τα λιοντάρια.
Ο Σάντσο κι όλοι οι υπόλοιποι παριστάμενοι παρακαλούν τον Κιχώτη άσκοπα να μην εκτεθεί σε τέτοιο κίνδυνο.Βλέποντας τον αμετάπειστο τον αφήνουν μόνο με τα λιοντάρια και τον φύλακα τους που ανοίγει την πόρτα του κλουβιού.Το λιοντάρι τεντώθηκε για να ξεπιαστεί,έριξε δυο ματιές γύρω του και γυρίζοντας την πλάτη στον ετοιμοπόλεμο Κιχώτη ξαναπλάγιασε στο κλουβί του.
Ο Κιχώτης ζητά απ'τον φύλακα να το ερεθίσει χτυπώντας το,ο φύλακας του απαντά ότι και μόνο που στάθηκε απέναντι στο λιοντάρι παίρνοντας τέτοιο ρίσκο απόδειξε τη παλικαριά του,κι ο Δον Κιχώτης ζητά μια βεβαίωση υπογεγραμμένη απ'τον φύλακα η οποία θα περιγράφει το κατόρθωμα του ώστε αυτό να γίνει πιστευτό και να μείνει ζωντανό στον χρόνο.Δίνοντας στον φύλακα και τον αγωγιάτη και μερικά χρυσά νομίσματα,υπόσχονται ν'αναφέρουν στον βασιλιά τους την παλικαριά που είδαν με τα ίδια τους τα μάτια,ενώ ο Κιχώτης αλλάζει το παρατσούκλι του σε ιππότη των λιονταριών,ακολουθώντας την παλιά συνήθεια των περιπλανώμενων ιπποτών που αλλάζαν όνομα βρίσκοντας κάτι αντιπροσωπευτικότερο του εαυτού τους,αναλόγως των κατορθωμάτων εις τα οποία επιδίδονταν στις περιπλανήσεις τους.

ΤΑ ΜΕΤΑΞΩΤΑ ΒΡΑΚΙΑ ΘΕΛΟΥΝ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΞΙΟΥΣ ΠΩΠΟΥΣ
Στη συνέχεια της περιπλάνησης τους οι δυο μας ήρωες γνωρίζουν μια δούκισσα και τον δούκα της οι οποίοι έχοντας ήδη ακουστά τα κατορθώματα του Δον Κιχώτη και θέλοντας να γλεντήσουν με την παράδοξη τρέλα που τον δέρνει,δέχονται με ευχαρίστηση να τους φιλοξενήσουν στον πύργο τους.
Πρώτη φάρσα που σκαρώνει ο δούκας κι η δούκισσα είναι το να δώσουν δήθεν ένα νησί[στην πραγματικότητα χωριό]στον Σάντσο για να το κυβερνήσει.
Ετσι,όλως ''τυχαίως''[η υλική υπόσχεση του Κιχώτη προς τον προκεντρισμένο Σάντσο για να τον ακολουθήσει και ν'αντέξει τις ταλαιπωρίες της περιπλάνησης,ήταν ένα νησί]ο ιπποκόμος του Κιχώτη θα βιώσει κι αυτός τα επίχειρα των ψευδαισθήσεων που του γεννούν οι επιθυμίες του.
Μετά από μια ακόμη φάρσα του δούκα που στέλνει ''στρατό'' στο ''νησί'' όπου εγκατέστησε τον Σάντσο,ο Σάντσο λόγω τρομάρας ''παραιτείται'' απ'το κυβερνητιλίκι καθώς διαπιστώνει ότι δεν είναι πλασμένος για κυβερνητικές έγνοιες,αλλά του είναι ταιριαστό αυτό που πριν έκανε:να κλαδεύει αμπέλια.
Κάλλιο το δρεπάνι του κλαδέματος παρά το βασιλικό σκήπτρο,ομολογεί ο Σάντσο,προοικονομώντας την κατάληξη και του αφέντη του...

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ
Μετά την ''αποκαθήλωση'' του Σάντσο απ'το θρόνο της εξουσίας,οι δύο ήρωες μας συνέχισαν τη περιπλάνηση τους φτάνοντας στη Βαρκελώνη όπου και τους καλοδέχτηκαν ο βασιλιάς κι ο αντιβασιλιάς της,οι οποίοι πολύ διασκεδάζαν με την τρέλα που τους έδερνε.
Εκεί,λοιπόν,επισκέπτεται για δεύτερη φορά τον Κιχώτη μεταμφιεσμένος σε ιππότη ένας συγχωριανός του που τον προκαλεί ν'αναμετρηθούν με έπαθλο,σε περίπτωση νίκης του κατά του Κιχώτη,την απόσυρση για ένα χρόνο του Δον Κιχώτη στα πάτρια του εδάφη,αλλά και την παραδοχή του ότι η Δουλτσινέα του δεν είναι πιο όμορφη απ'την κυρά του μεταμφιεσμένου ιππότη της λευκής σελήνης.
Η μονομαχία διεξάγεται κι ο Δον Κιχώτης ηττάται:
Ζαλισμένος,τσακισμένος από το πέσιμο του,ο Δον Κιχώτης αποκρίθηκε δίχως να σηκώσει τη μάσκα του με φωνή παραπονεμένη,σαν να έβγαινε απ'τον τάφο:
Η Δουλτσινέα του Τομπόζο είναι η πιο όμορφη γυναίκα μες στον κόσμο κι εγώ ο πιο δυστυχισμένος ιππότης της γης.Δεν πρέπει,επειδή έγινα έτσι ανήμπορος να την υπερασπίσω,να βγάλω ψεύτρα τούτη την αλήθεια.Μπήξε,ιππότη,μπήξε το κοντάρι σου,παρ'τη ζωή μου,αφού μου πήρες τη τιμή.
Αφού ο ιππότης της λευκής σελήνης του πήρε τη τιμή και του αμαύρωσε τη φήμη και την υπόληψη νικώντας τον,τι να την κάνει την ζωή;Μπήξε το κοντάρι σου,εκλιπαρεί τον νικητή του,για να γίνει συντρίμμια μια κι έξω κι όχι ένα ερείπιο στο πέρασμα του χρόνου.Και μιας κι η ιπποτική υπόληψη του είναι το παν,δεν έχει κανένα δισταγμό ν'αθετήσει την συμφωνία που έκανε με τον μεταμφιεσμένο συγχωριανό του ιππότη[που έχει εμφανιστεί ενώπιον του Κιχώτη με αποστολή να τον φέρει στα συγκαλά του και να γυρίσει πίσω στο χωριό του] ,μη παραδεχόμενος πως η Δουλτσινέα δεν είναι η πιο όμορφη-δεν υπερασπίζεται καμιά ''αλήθεια'',απλά σαν ηττημένος πλέον ιππότης είναι ο πιο δυστυχισμένος κι αφού η ζωή δεν σηκώνει άλλο την πίκρα του,ο ήρωας μας δεν χάνει την ευκαιρία να συνεχίσει να ισχυρίζεται παρηγορητικά ότι το κίνητρο της ομορφιάς της Δουλτσινέας από μόνο του άξιζε όλες τις ιπποτικές ταλαιπωρίες που του επέφερε η περιπλανώμενη τρέλα του.
Βρισκόμενος στο έλεος του νικητή ιππότη της λευκής σελήνης,ο νικημένος Δον Κιχώτης έχει χάσει ήδη με την ήττα του την ατρόμητη ιπποτική του φήμη-γιατί να χάσει και την καλή φήμη που του έδινε η ταύτιση του με την ασύγκριτη ομορφιά της Δουλτσινέας;
 Ο ιππότης της λευκής σελήνης δεν έχει λόγο να δυσαρεστήσει τον Κιχώτη και απαιτεί,σαν νικητής,τον βασικό σκοπό για τον οποίο μεταμφιέστηκε:Την επιστροφή του Κιχώτη στο χωριό του-έτσι,και οι δυο κάνουν τη δουλειά τους:Ο ιππότης της λευκής σελήνης φέρνει πίσω στο χωριό τον Κιχώτη,κι ο Κιχώτης μπορεί να παραμυθιάζει και να παραμυθιάζεται κι ο ίδιος ότι,σαν τίμιος κι αληθινός ιππότης,δεν πρόδωσε και δεν ζημίωσε την καλή του Δουλτσινέα,έτοιμος ακόμη και να ''θυσιαστεί ανιδιοτελώς'' γι'αυτήν,ζητώντας απ΄τον ιππότη της λευκής σελήνης να του πάρει την ζωή αλλά όχι και την φήμη της ομορφιάς της καλής του[μια επωφελής φήμη που και πάλι σε αυτόν θα επέστρεφε].
Και τι επέστρεφε τελικά αυτός στους άλλους και,ειδικότερα,στους μεγαλόσχημους της εξουσίας που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν την αδικία που κυνηγούσε σε τούτο τον κόσμο;
Αφθονο γέλιο και διασκέδαση,όπως ομολογεί ο δούκας Δον Αντόνιο τη στιγμή που ο ''ιππότης'' της λευκής σελήνης του αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα και τον σκοπό αυτής της μεταμφιεστικής αποστολής του:Ο Θεός να σε συγχωρέσει για το κακό που έκανες σε όλο τον κόσμο,θέλοντας να ξαναφέρεις στα λογικά του τον πιο διασκεδαστικό τρελό που έχει.Θα έκανα την προσευχή μου να μη γιατρευότανε ποτέ ο Δον Κιχώτης.Γιατί με τη γειατρειά του δε θα χάσουμε μόνο τις δικές του χαριτωμένες τρέλες,μα και τις τρέλες του Σάντσο Πάντσα που κι η παραμικρή τους είναι ικανή να κάνει χαρούμενη ακόμα και την ζωντανή μελαγχολία.
Λίγο περίεργο μοιάζει να μπαίνει στο ίδιο τσουβάλι η αφέλεια του Κιχώτη με την ''πιστή ακολουθία'' του ιπποκόμου του Σάντσο.Κι όμως,αφελής δεν ήταν μόνο ο Δον Κιχώτης αλλά σε ένα βαθμό και ο Σάντσο:Ναι μεν ο Σάντσο αντιλαμβάνεται την ελαφρότητα του κυρίου του,όμως η επιθυμία του να γίνει κάπου κυβερνήτης τον τροφοδοτεί με ανοχή έναντι αυτής της ελαφρότητας,αλλά και στον ίδιο η έννοια του ατομικού υλιστικού συμφέροντος είναι η άλλη όψη του νομίσματος της αφέλειας των ιπποτικών ''ιδανικών'' του Κιχώτη.
Λίγες ώρες προτού οι δυο ήρωες μας ξεκινήσουν να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής για τον τόπο τους,ο Σάντσο,στη προσπάθεια του να παρηγορήσει τον Κιχώτη για τα καθέκαστα και την ήττα του απ'τον ιππότη της λευκής σελήνης που τον αναγκάζει να παρατήσει την περιοδεία του για ''απόδοση δικαιοσύνης'' με τα δικά του αυτοδίκαια μέσα,του τονίζει ότι τη μεγαλύτερη χασούρα απ'ότι συνέβη,αλλά κι απ'ότι,παρότι το φαντάστηκαν και το επιδίωξαν,δεν υπήρξε ποτέ,την έχει ο ίδιος.Και γιατί;Διότι:
-Αν το καλοεξετάσεις,εγώ έχω τη πολλή χασούρα κι ας κακόπαθες πιο πολύ εσύ.Εγώ,που παράτησα την κυβέρνηση και τη λαχτάρα για κυβερνητιλίκι,μα όχι και την ελπίδα να γίνω κόμητας,και τούτη μου η λαχτάρα δεν θα ικανοποιηθεί ποτέ,αφού εσύ δεν θέλεις να γίνεις βασιλιάς,παρατώντας την ιπποσύνη σου.
-Σώπαινε,Σάντσο!Δεν καταλαβαίνεις πως το αποτράβηγμα μου και το κλείσιμο μου μονάχα ένα χρόνο πρέπει να κρατήσουνε;Οταν περάσει τούτος ο καιρός,θ'αρχίσω πάλι την τίμια δουλειά μου,κι ούτε τα βασίλεια θα μου λείψουνε να τα κατακτήσω ούτε κι οι κομητείες να σου κάνω δώρο.
-Απ'το στόμα σου και στου Θεού το αυτί!Γιατί πάντα άκουγα να λένε πως μια καλή ελπίδα αξίζει πιο πολύ από ένα κακό απόκτημα.
Η ελπίδα μπορεί να διαψεύδεται απ'την βίωση της στη πραγματικότητα,αλλά γι'αυτό φταίει η...κακή στιγμή της πραγματικότητας-κάπου αλλού ο Σάντσο ίσως κάνει για κυβερνήτης

ΤΟ ΚΑΛΑΜΙ ΠΑΛΙΩΣΕ ΠΟΛΥ,ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΓΙΑ ΦΛΟΓΕΡΑ
Οι δυο ήρωες μας επιστρέφουν στο χωριό τους και μετά από λίγο καιρό ο Κιχώτης αρρωσταίνει βαριά,μη αντέχοντας τη λύπη και την μεγάλη στεναχώρια.Ακούγοντας τον γιατρό να προτρέπει τους οικείους του να φροντίσουν για τη σωτηρία της ψυχής του,αφού η σωτηρία του κορμιού του κινδύνευε,έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο και την υστεροφημία του:
Η κρίση μου είναι τώρα καθαρή και λευτερωμένη απ'τα σκοτάδια όπου με είχανε ρίξει τα σιχαμερά βιβλία της ιπποσύνης που διάβαζα συνέχεια.Ξέρω καλά τώρα τι παραλογισμούς και τι απατηλές εικόνες κρύβουν.
Και το μόνο που με πικραίνει είναι που ήρθε τούτη η ανακάλυψη πολύ αργά και δε μου αφήνει καιρό να διορθώσω το κακό.
Θα ήθελα ν'αντικρίσω τον θάνατο έτσι που να καταλάβει ο κόσμος πως η ζωή μου δε στάθηκε τόσο κακή που ν'αφήσω ξοπίσω μου όνομα τρελού.Γιατί,μόλο που στάθηκα τέτοιος,δε θέλω ν'αποδείξω πως ήταν αλήθεια με το θάνατο μου.
...Τώρα,όλες οι ιστορίες για την περιπλανώμενη ιπποσύνη μου φαίνονται σιχαμερές.Γνωρίζω τώρα την τρέλα μου και τον κίνδυνο που πέρασα διαβάζοντας τες.Τώρα,με του Θεού τη χάρη,έβγαλα διδάγματα απ'την ίδια μου την ολόπικρη πείρα και τις μισώ.

Απ'την ''απολογία'' του Κιχώτη δεν ήταν δυνατόν να λείψει κάποια αναφορά στον ιπποκόμο του με τον οποίο έζησαν μαζί αυτή τη περιπλάνηση:να με συμπαθάς,φίλε μου,που έγινα αιτία να φανείς τρελός σαν εμένα και να πέσεις στο ίδιο σφάλμα που έπεσα κι εγώ,πιστεύοντας πως υπήρχανε κι ακόμα υπάρχουνε περιπλανώμενοι ιππότες στον κόσμο.
Ο Σάντσο,κι όποιος άλλος θα ήταν στη θέση του,πρέπει να πει κάτι παρηγορητικό για τη περίσταση,όμως αυτό που θα πει δεν είναι και τόσο μακριά απ'τις πρότερες πλάνες του Κιχώτη,καθότι,παίρνοντας ως άμεσο βιωμένο παράδειγμα την δική του περίπτωση όπου κυβέρνησε ένα ''νησί''[μετά τη φάρσα που του σκάρωσε ο δούκας κι η δούκισσα]με μέτρια αποτελέσματα,δεν εγκατέλειψε την ελπίδα να γίνει κάπου,κάπως,κάποτε κυβερνήτης κάπου αλλού[έστω κι εκμεταλλευόμενος την αφέλεια του περιπλανώμενου ιπποτισμού του αφεντικού του],εφόσον εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει στον εαυτό του την πλάνη να πιστεύει ότι έχει τα εφόδια για ν'ασκήσει εξουσία πάνω στις ζωές άλλων ανθρώπων:Αν λυπάσαι που νικήθηκες και πεθαίνεις,ρίξε το σε μένα το φταίξιμο,πες πως έπεσες γιατί δεν έσφιξα καλά τη ζώνη του Ροσινάντε.Θα το έχει δει η ευγένεια σου μες στα βιβλία της ιπποσύνης πως είναι συνηθισμένο πράγμα να ρίχνει ο ένας ιππότης τον άλλο απ'το άλογο,κι ένας που νικήθηκε σήμερα μπορεί να βγει νικητής την άλλη μέρα.
Μες στην επιθυμία του να παρηγορήσει τον κύριο του ο Σάντσο μοιάζει να μην μπορεί ν'αντιληφθεί ότι ο Κιχώτης ήδη βγήκε νικητής[αφού ήρθε στα συγκαλά του]εκεί όπου ήταν για καιρό ήδη χαμένος και,μάλιστα,μοιάζει να μην μπορεί ν'αναγνωρίσει ο Σάντσο ότι αυτό το ''αθώο ψέμα'' που πρότεινε στον κύριο του να υιοθετήσει ώστε ν'απαλύνει την θλίψη του δεν είναι διά πάσαν νόσο, και,μάλιστα ίσως να είναι μια μερική αντανάκλαση και των δικών του ψευδαισθήσεων-διότι,αν δεν ταιριάζανε κάπως δεν θα συμπεθεριάζανε και στη ταλαιπωρία των περιπλανήσεων με βάρκα την ελπίδα.
Τέτοιο τέλος είχε ο μεγαλοφάνταστος ιδαλγός από τη Μάντσα.
Να τι επίγραμμα χάραξε πάνω στη πλάκα του τάφου του ο Σαμψών Καράσκο[ο μεταμφιεσμένος σε ιππότη της λευκής σελήνης]:

Διαβάτη,εδώ κοιμάται ήρωας ιδαλγός 
και τόσο τρανή φαντάζει πια η παλικαριά του,
που όταν ο θάνατος τον πήρε στα φτερά του,
δεν πέθανε ο Κιχώτης,νικήθηκε αυτός.

Ολον αψήφησε τον κόσμο πάντα αλύγιστος
σκιάχτρο για γέλια με το ιερό του μένος,
στάθηκε καλότυχος να ζήσει σαν τρελός
και να πεθάνει τόσο γνωστικός στο τέλος.





Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Οίκτος παραδομένος στον φθόνο

Μην το σκέφτεσαι!Είμαι άρρωστος απο συμπόνοια κι είναι γι'αυτό το λόγο που ένα ωραίο πράγμα έφυγε και δεν θα το ξαναδώ ποτέ.Δεν πρέπει να απελευθερωθώ απο εκείνη αλλά απο τη συμπόνοια μου,απ'αυτή την αρρώστια που άλλοτε δεν ήξερα και που εκείνη μου την κόλλησε!

Αυτό το ωραίο πράγμα δεν θα το ξαναδεί ποτέ γιατί είναι κάτι που του φέρνει τύψεις όταν προσωρινώς το αφήνει για να συνεβρεθεί με άλλες γυναίκες.

Κι όταν αποφασίζει απο την Ελβετία να ξαναεπιστρέψει πίσω στην Πράγα όπου επέστρεψε εγκαταλείποντας τον-γιατί ακριβώς δεν ήθελε να του είναι βάρος-η Τερέζα,η λαχτάρα του εξανεμίστηκε,όπως ακριβώς εξανεμιζόταν αντιστρόφως η λαχτάρα του για ερωμένες τη στιγμή που βρισκόταν σε επαφή μαζί τους,σκεπτόμενος τη Τερέζα:Το να ριχτεί στην αγκαλιά της θα του θύμιζε το αίσθημα που δοκίμαζε όταν ριχνόταν στην αγκαλιά των ερωμένων του:
''Πρέπει!'',έλεγε συνέχεια μέσα του ο Τόμας,αλλά σύντομα άρχισε ν'αμφιβάλλει:αλήθεια,έπρεπε?Ναι,θα του ήταν αβάσταχτο να μείνει στη Ζυρίχη και να φαντάζεται την Τερέζα μόνη της στην Πράγα.Πόσο καιρό όμως θα τον είχε βασανίσει η συμπόνοια?Πως θα μπορούσε να το μάθει?Να το εξακριβώσει?
Επιστρέφοντας θα το διαπίστωνε και μάλιστα απο τη πρώτη στιγμή της επανασυνάντησης,με το που άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος της Τερέζας:Η λαχτάρα του να ριχτεί στην αγκαλιά της Τερέζας[αυτή η λαχτάρα που τη δοκίμαζε ακόμα τη στιγμή που μπήκε στο αυτοκίνητο του στη Ζυρίχη]είχε εξανεμιστεί.

Στις λατινογενείς γλώσσες η λέξη συμπόνοια σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς ν'αντιμετωπίζει με κρύα καρδιά τον πόνο του πλησίον:Τρέφει κανείς συμπόνοια για κάποιον που πάσχει.

Πόσω μάλλον όταν αυτόν τον πόνο του τον προκαλείς εσύ ο ίδιος[ή τον προκαλεί το ίδιο το θύμα στον εαυτό του,ανεχόμενο τον''θύτη''?].Απο τη κατάσταση όπου ο άλλος πάσχει χωρίς δική σου συμμετοχή κι ευθύνη κι εσύ ανένοχα τον οικτίρεις,στη αμεσοσυμμετοχική  κατάσταση όπου λυπάσαι αυτόν που υποφέρει''εξαιτίας σου''κι άρα ετσιθελικά εξαναγκάζεσαι να προστρέξεις στη δυστυχία του, χαμηλώνοντας έτσι ώστε να ενσυναισθανθείς τον πόνο του.
Η Τερέζα τρώει το κέρατο απο τον Τόμας και εξ'αυτού δυστυχεί:Η δυστυχία γυρίζει αυτεπίστροφα στον υπαίτιο Τόμας και τον κάνει να νιώθει τον εαυτό του παρακατιανό.Ζει μαζί της μόνο τη δυστυχία''της''και κανένα άλλο συναίσθημα.

Οποιος δεν έχει το διαβολικό χάρισμα της συμπόνοιας[συναισθήματος]δεν μπορεί παρά να καταδικάσει εν ψυχρώ τη συμπεριφορά της Τερεζας,γιατί η ιδιωτική ζωή του άλλου είναι ιερή και δεν του ανοίγει κανείς τα συρτάρια όπου τακτοποιεί την προσωπική του αλληλογραφία.Καθώς όμως η συμπόνοια είχε γίνει το πεπρωμένο[ή η κατάρα]του Τόμας,του φαινόταν ότι ήταν εκείνος που βρισκόταν μπροστά στο συρτάρι του γραφείου του και δεν κατάφερνε να ξεκολλήσει τα μάτια απο τις φράσεις που είχε χαράξει το χέρι της Σαμπίνας.

Τόσο πολύ είχε έρθει στη θέση της,που φαντασιωνόταν ότι ήταν εκείνος που ψαχούλευε το συρτάρι του,δηλαδή τον ίδιο του τον εαυτό:Δεν πρέπει ν'απελευθερωθώ απο εκείνη αλλά απο τη συμπόνοια μου...
Η Τερέζα είναι αυτό που είναι,ο Τόμας είναι αυτό που είναι συμπλεκόμενος μαζί της?Πετώντας στον κάλαθο των αχρήστων τη συμπόνοια του επανέρχεται στη γνώριμη τροχιά του εαυτού του.
Βρίσκονταν ήδη στη Ζυρίχη έξι μήνες όταν βρήκε πάνω στο τραπέζι ένα γράμμα,κάποιο βράδυ που γύρισε αργά.Του ανάγγειλε ότι είχε γυρίσει στη Πράγα.Ηξερε ότι εδώ όφειλε να είναι ένα στήριγμα για τον Τόμας κι ήξερε επίσης ότι ήταν ανίκανη γι'αυτό.Είχε φανταστεί ότι μετά απο αυτά που είχε ζήσει τις ημέρες της εισβολής δεν θα ήταν πια κακιά[*κακιά σύμφωνα με τα μέτρα του Τόμας:να μην αντιδρά στο κέρατο],θα ενηλικιωνόταν,θα γινόταν λογική,γενναία,αλλά είχε υπερεκτιμήσει τον εαυτό της.Ηταν ένα βάρος για εκείνον κι αυτό ήταν ακριβώς που δεν ηθελε[ήταν ένα βάρος πρωτίστως για εκείνη να τον ανέχεται,κι αυτό ήταν που δεν ήθελε για τον εαυτό της:Κι η Τερέζα λοιπόν στη γνώριμη τροχιά του εαυτού της]

Νιτσε...[πως αυτό που απαιτώ απο τον εαυτό μου ο οποίος αντέχει και τις συνέπειες που επιφέρει,δεν θα το απαιτήσω εξίσου με τους ίδιους όρους απο τον πλησίον?Ο Τόμας θα δεχόταν το κέρατο απο τη Τερέζα?Η εργένικη ζωή του και οι ερωτικές φιλίες-όχι σχέσεις-δεν έπρεπε να σημαίνουν ότι αποδέχεται και για τη Τερέζα αυτή τη συνθήκη?Αυτός μπορεί να την αποδέχεται,εκείνη όμως...]

Δεν είναι βαρύ παρά αυτό που είναι αναγκαίο,δεν έχει αξία παρά μόνον ότι βαραίνει.
Τι πιο αναγκαίο απ'αυτό που είσαι?Υπάρχει μεγαλύτερη αξία-κι ίσως η πιο...ελαφράδα-απο το να πραγματώνεις το είναι σου,ακολουθώντας αυτό που έχεις επιταχθεί να είσαι?Αυτό που σου είναι αναγκαίο σε βαραίνει?
Η ιδέα ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε απολύτως,τον έφερνε σε μια κατάσταση παραλυσίας,αλλά ταυτόχρονα αυτή η ιδέα τον καθησύχαζε κιόλας.
Δεν μπορείς να πράξεις διαφορετικά κι αυτό ''παραλύει''αυτό που δεν είσαι γεννημένος/μαθημένος να πράττεις.Αυτό απο μόνο του-και καθόλου αντιφατικά μέσα σε μια κατάσταση αναγκαίου κακού που ξεπροβάλλει ταυτοχρόνως σαν συνέπεια του το εξυγιαντικό καλό άλλοθι-θα έπρεπε να σε καθησυχάζει.Ομως...
Η Τερέζα κι η Σαμπίνα αντιπροσώπευαν τους δυο πόλους της ζωής του,πόλους απομακρυσμένους,ασυμβίβαστους,αλλά ωραίους και τους δυο.[*αντανακλά η μετεώριση μεταξύ δυο γυναικών κι ότι αυτό που''είσαι'',δεν είναι συμπαγώς ομοιογενές...]
Οταν μετεωρίζεσαι ανάμεσα σε δυο πόλους,η βαριά ζυγισμένη απόφαση για το προς τα που θα κλίνεις,κουβαλά συνδετικά και δυο διαφορετικά πεπρωμένα,το καθένα απο τα οποία είναι συνδεδεμένο με τη δική του βαρύτητα και την ανάλογη ανταποδοτική αξία του.Η ανάγκη κουμπώνει βαθιά ενωμένη σε αυτό το σχήμα μόνο εαν η επιλογή του ενός πόλου δεν σημαίνει αυτόματα την απόρριψη/εξαφάνιση σαν προοπτική του άλλου πόλου-η ελαφράδα.
Αναπόφευκτα σε βαραίνει υπέρογκα ο πόλος που η διαλογή του σε παρακινεί απαραιτήτως να του αφιερωθείς αποκλειστικά:Χάνοντας τη μετεώριση έχεις πράγματι να κάνεις με ένα μοναδικό πεπρωμένο.
[Δεν έχει βάρος παρά μόνο ότι διχοτομεί-διακλαδίζει,δεν είναι ελαφρύ παρά μόνο ότι διατηρεί το αναγκαίο,
έχει αξία μόνο αυτό που βαραίνει δυσανάλογα.]
Και σε όλο αυτό το κάδρο,που είναι η μοιραιότητα των συμπτώσεων που συνυφαίνουν ότι αποκαλούμε τύχη?

Υπήρχαν πέντε ξενοδοχεία στη πόλη,αλλά ο Τόμας είχε κατά τύχη πάει σ'εκείνο όπου εργαζόταν η Τερέζα.Κατά τύχη είχε ένα λεπτό καιρό πριν φύγει το τρένο κι είχε πάει να καθίσει στο εστιατόριο.Η Τερέζα ήταν κατά τύχη της υπηρεσίας και σερβίριζε κατά τύχη στο τραπέζι του Τόμας.Είχε χρειαστεί λοιπόν μια σειρά απο κατά τύχη για να σπρώξουν τον Τόμας προς την Τερέζα,λες κι αν περνούσε απο το δικό του χέρι,τίποτα δεν θα τον είχε οδηγήσει κοντά της.
Είχε επιστρέψει στη Βοημία εξαιτίας της.Μια τόσο μοιραία απόφαση ξεκινούσε απο έναν έρωτα τόσο συμπτωματικό...
Σ'ένα σύμπαν πιθανοτήτων που δομούνται και απο αλληλοδιαδεχόμενες συμπτώσεις,οι πόλοι εμπλουτίζονται,τα''πεπρωμένα''διακλαδίζονται χαοτικά:Πως μπορεί,όταν επαφίεται και σ'ένα τέτοιο σύμπαν τυχαιοτήτων,να πραγματωθεί σε ότι είναι το είναι?Και πόσο είναι θεμελιακά αποτελούμενο απο μονοδιάστατα συνεκτικά στοιχεία?Οσο σφιχτότερη η συνοχή,τόσο περισσότερο αυτή δοκιμάζεται απο τα καπρίτσια της τύχης,αλλά ίσως και τα προσπερνά ευκολότερα,εφόσον η συνοχή είναι ταγμένη να ''φτιάχνει αυτή τη τύχη της''διασταυρούμενη  στα περιτείχιστα μονοπάτια όπου τα όμοια αποκλείουν τα ανόμοια τους,κι αν τύχει και παρεισφρύσει κάτι αλλότριο,δεν του επιτρέπουν απο θραύσμα να γίνει ρωγμή.
Οπότε,μοιάζει να είναι ο Τόμας[κι όχι η μονογαμική-πιστή Τερέζα],που εαν περνούσε απο το δικό του χέρι,δεν θα έβαζε στη ζωή του τη Τερέζα:Το συνεκτικό του στοιχείο είναι η πολυγαμία,και μέσα σε αυτό το πλαίσιο κάλλιστα,και χωρίς καμιά σειρά απο''κατά τύχη'',θα μπορούσε δυνητικά να γνωρίσει και άλλες Τερέζες.Δομική η αντίφαση της συνεκτικότητας του:Μέσα στην αέναη αναζήτηση για καινούριες ερωτικές σχέσεις ελλοχεύουν στα εκ των έσω αυτής της αναζήτησης ερεθίσματα-πιθανότητες που διευρύνουν-εξοκείλουν τη σύνθεση της συνοχής σου[αυξάνονται οι πιθανότητες να γνωρίσεις κι άλλες μοιραίες Τερέζες όσο περισσότερο συγχρωτίζεσαι με επιπλέον γυναίκες]
Συνειδητά ή ασυνείδητα?Το βάρος ταιριάζει στο συνειδητό και το ελαφρύ στο ασυνείδητο?Πάντως ο Τόμας έδωσε τα ηνία στα καπρίτσια του''κατά τύχη''ασυνειδήτως,διαπιστώνοντας το μετέπειτα,όταν η Τερέζα-ανάμεσα σε μερικές άλλες άσχετες κουβέντες-μιλώντας για κάποιον φίλο του,είχε πει:Αν δεν σε είχα συναντήσει,θα τον είχα σίγουρα ερωτευθεί.
Στην πραγματικότητα είχε ξαφνικά συνειδητοποιήσει ότι ήταν θέμα τύχης που η Τερέζα είχε ερωτευθεί εκείνον κι όχι τον φίλο του.Οτι έξω από τον πραγματοποιημένο έρωτα της,υπήρχε στο βασίλειο των πιθανοτήτων ένας άπειρος αριθμός απραγματοποίητων ερώτων για άλλους άντρες.
Εκτός του Τόμας,υπήρχε ένας άπειρος αριθμός αντρών για την Τερέζα που κάποιος απ'αυτούς θα μπορούσε να ταιριάξει στα χνώτα της.Αντί όμως ο Τόμας να σκεφτεί ότι είναι αυτός που περιορίζει τον ανοιχτό ορίζοντα της Τερέζας[κι όχι η Τερεζα αυτόν-καθότι η σχέση αυτή δεν περιορίζει τη πολυγαμία του],σκέφτεται ότι η ''Τερέζα'' είναι αυτή που τον περιόρισε μοιραία διά συμπτώσεων:Η Τερέζα βέβαια τον απάλλαξε εγκαταλείποντας τον στη Ζυρίχη και ήταν αυτός που πήρε το δρόμο της επιστροφής προς τη πόρτα που απαλλακτικά του έκλεισε η Τερέζα.Και γι'αυτό όμως μπορεί να βρεθεί ένα άλλοθι,ειδικά απο τη στιγμή που το εμφορούμενο δίνει τα ηνία στο τυχαίο:
Μήπως κι ένα γεγονός δεν είναι τόσο πιο σπουδαίο και φορτωμένο σημασία,όσο εξαρτάται απο ένα μεγαλύτερο αριθμό τυχαίων περιστατικών?
Μόνο το τυχαίο μπορεί να ερμηνευθεί ως μήνυμα.Αυτό που συμβαίνει απο ανάγκη,αυτό που είναι αναμενόμενο και που καθημερινά επαναλαμβάνεται δεν είναι παρά κάτι βουβό.Μόνο το τυχαίο μιλάει.
Κι όταν το τυχαίο γίνει μοιραιότητα,η ελαφράδα του βαραίνει.Κι αυτό είναι θετικό ή αρνητικό?
Πως ήταν δυνατόν την ίδια στιγμή που έτρεχε να σερβίρει ένα κονιάκ σ'αυτόν τον άγνωστο που της άρεσε,να είχε ακούσει Μπετόβεν?Το τυχαίο είναι που κάνει τέτοια μάγια,όχι το αναγκαίο.Για να είναι ένας έρωτας αξέχαστος πρέπει τα τυχαία να συναντιώνται σ'αυτόν απ'την πρώτη στιγμή
Εαν συναντιούνται σ'ένα τέτοιον έρωτα απο τη πρώτη στιγμή,δεν σημαίνει άραγε ότι ενυπάρχουν εκ των προτέρων αυτής της τυχαίας στιγμής-κι άρα μάλλον της κάθε τυχαίας στιγμής-,βασικές θεμελιακές συνιστώσες των οποίων το ταίριασμα''αλληλόμοιων''χαρακτηριστικών τα κάνει μοναδικά,σημαδιακά κι αξέχαστα?[και που χρειάζονται''ανοίκεια''έναντι του εαυτού τους χαρακτηριστικά απο κάποιον ή κάτι άλλο,ώστε  να έρθουν στην επιφάνεια?]
Ενα νεαρό κορίτσι που πρέπει,αντί να''εξυψωθεί''να σερβίρει μπίρα σε μεθύστακες και να περνάει τις κυριακές βάζοντας μπουγάδα στα άπλυτα των αδελφών του,συγκεντρώνει μέσα του ένα τεράστιο απόθεμα ζωτικότητας,αδιανόητο για ανθρώπους που πηγαίνουν στο πανεπιστήμιο και χασμουριούνται μπροστά στα συγγράμματα.Η Τερέζα είχε διαβάσει περισσότερα απ'αυτούς,αλλά ποτέ δεν το είχε συνειδητοποιήσει.
...Ολη η όρεξη της για ζωή κρεμόταν απο μια κλωστή:τη φωνή του Τόμας,που είχε βγάλει στην επιφάνεια την ψυχή που ταπεινά κρυβόταν μέσα στα σπλάχνα της Τερέζας


Αυτή η εμπλούτιση του εαυτού εξυψώνει,αποκαλύπτει κάτι για εμάς που δεν το ξέραμε ή απλά το υποψιαζόμασταν χωρίς ποτέ όμως να βρεθεί στο διάβα μας το έναυσμα-εαν υποτεθεί ότι χρειάζεται κάτι εξωτερικό κι όχι εσώτερο για ν'αναβαπτιστούμε.Παραμονεύει όμως κι ο ίλιγγος,ο φόβος μη πέσεις,όταν αναμειγνύεται ο ένας με τον άλλο προς χάρη και των δυο...
Είχαν κατασκευάσει μια κόλαση ο ένας για τον άλλον,ακόμα κι αν αγαπιόνταν.Ηταν αλήθεια ότι αγαπιόνταν,κι αυτό ήταν η απόδειξη του ότι το λάθος δεν ήταν δικό τους,αλλά του ασυμβίβαστου που υπήρχε μεταξύ τους γιατί εκείνος ήταν δυνατός κι εκείνη ήταν αδύναμη.
Αλλά ακριβώς ο αδύναμος ήταν που έπρεπε να μάθει να είναι δυνατός και να φεύγει όταν ο δυνατός ήταν πάρα πολύ αδύναμος για να μπορεί να προσβάλλει τον αδύναμο.
Σ'ένα τέτοιο σύμπαν τυχαιοτήτων,πως μπορεί όσο το δυνατόν απρόσκοπτα να πραγματωθεί αυτό που είμαστε,ήταν παραπάνω η ερώτηση βάσει των κατά σειρά τυχαιοτήτων που έφεραν τον έναν κοντά στον άλλον.Εδώ όμως τώρα-και με αφορμή μια ακόμη απιστία του Τόμας στο νέο τους περιβάλλον στη Ζυρίχη-η Τερέζα,κι όχι ο Τόμας που συνταράχθηκε απο την αποκάλυψη τόσων τυχαιοτήτων,βλέπει στο ασυμβίβαστο των είναι τους το λάθος:Οχι στη τύχη στην οποία ευκόλως θα μπορούσε να ετυμηγορηθεί η κατηγορία.Η αδύναμη Τερέζα θα μπορούσε εξαρχής,στις πρώτες του απιστίες,να τον απομακρύνει.Και απομακρύνθηκε απ'αυτόν επιστρέφοντας στην Πράγα μόνη της με τον Τόμας να γυρίζει πίσω εξαιτίας της
Εξαιτίας της είχε αλλάξει μοίρα.Τώρα,δεν ήταν πια εκείνος που ήταν υπεύθυνος γι'αυτήν,απο εδώ κι εμπρός εκείνη ήταν υπεύθυνη για εκείνον.Αυτή η ευθύνη της φαινόταν ότι ξεπερνούσε τις δυνάμεις της.
Η κυριαρχία προϋποθέτει πολλά κιλά δύναμης...
Τόμας,δεν αντέχω άλλο.Ξέρω πως δεν έχω το δικαίωμα να παραπονιέμαι.Απο τότε που εξαιτίας μου γύρισες στην Πράγα,απαγόρευσα στον εαυτό μου να ζηλεύει.Δεν θέλω να ζηλεύω,αλλά δεν μπορώ.Δεν έχω τη δύναμη.Σε παρακαλώ,βοήθησε με!

Το πιο βαρύ φορτίο μας συνθλίβει,μας κάνει να λυγίζουμε κάτω απ'αυτό,μας πιέζει στο έδαφος.Αλλά στην ερωτική ποίηση όλων των αιώνων,η γυναίκα επιθυμεί να δεχτεί το φορτίο του αντρικού κορμιού.Το πιο βαρύ φορτίο είναι λοιπόν ταυτόχρονα και η εικόνα της πιο έντονης ζωικής ολοκλήρωσης.Οσο πιο βαρύ είναι το φορτίο,όσο κοντινή στη γη είναι η ζωή μας,τόσο είναι πιο αληθινή και πιο πραγματική.
Σ'αντιστάθμισμα,η ολική απουσία του φορτίου κάνει το ανθρώπινο όν να γίνεται πιο ελαφρύ απ'τον άνεμο,να πετάει,ν'απομακρύνεται απ'τη γη,απ'το γήινο είναι,να μην είναι παρά μόνο κατά το ήμισυ αληθινό και οι κινήσεις του να είναι εξίσου ελεύθερες όσο και χωρίς σημασία.
Λοιπόν,τι να διαλέξει κανείς?Το βάρος ή την ελαφρότητα?Τι είναι θετικό,το βάρος ή η ελαφρότητα?Ο Παρμενίδης απαντούσε:το ελαφρύ είναι θετικό,το βαρύ είναι αρνητικό.
...Η εσωτερική προστακτική είναι πιο δυνατή...Το να είσαι χειρούργος[Τόμας],σημαίνει ν'ανοίγεις την επιφάνεια των πραγμάτων και να κοιτάζεις αυτό που κρύβεται μέσα.Ηταν αυτή ίσως η επιθυμία που παρακίνησε τον Τόμας να πάει να δει τι υπήρχε απο την άλλη πλευρά,πέραν του ''πρέπει''.Με άλλα λόγια:τι απομένει απ'τη ζωή,όταν ο άνθρωπος έχει απαλλαγεί απ'όλα όσα μέχρι εδώ θεωρούσε αποστολή του.
Η άλλη πλευρά για τον Τόμας είναι η μετεγκατάσταση με την Τερέζα σε μια επαρχία μετά την επιστροφή του στη Πράγα κι η επαγγελματική του ενασχόληση ως απλός καθαριστής τζαμιών.
Η άλλη πλευρά για την Τερέζα,είναι το να μη ζηλεύει-όχι γιατί δεν θέλει-αλλά γιατί επιστρέφοντας σ'αυτήν ο Τόμας νιώθει η ίδια το βάρος της ευθύνης για τις επιλογές του Τόμας:Η ''ελαφρότητα''του να μην είναι η Τερέζα κατά ολοκληρίαν σε αληθινή αντιστοιχία με αυτό που είναι-κι άρα που μπορεί-δεν επιφέρει ελευθερία στις κινήσεις της,κι ούτε,ακόμη χειρότερα,λαμβάνει ασήμαντα και χωρίς συνακόλουθες συνέπειες την ελαφρότητα της απαλλαγής απο την εσώτερη προστακτική της.
Η αντίφαση βαρύ-ελαφρύ είναι η πιο μυστηριώδης κι η πιο διφορούμενη απ'όλες τις αντιφάσεις.
Οπως ακριβώς αντιφάσκουν μεταξύ τους οι ποικιλόχρωμες ανθρώπινες υπάρξεις διαφορετικών αποχρώσεων και διαβαθμίσεων.Την ίδια ανάλαφρη απαλλαγή απο το επάγγελμα του χειρούργου που ανακάλυψε ο Τόμας ακολουθώντας την εργασία του καθαριστή τζαμιών,ανάλαφρη με την έννοια ότι οι σκοτούρες της εργασίας τελειώναν με τη λήξη της εργασίας,χωρίς να τις κουβαλά στο σπίτι -όπως στην ιατρική-,την ίδια απαλλαγή βρήκε απο τις μη δεσμευτικές σχέσεις του με το γυναικείο φύλλο στη σχέση του με τη Τερέζα.Οπότε ισχύει το:Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει,γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να τη συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές?Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποιά απόφαση είναι καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης?Το να μη μπορείς να ζήσεις παρά μόνο μια ζωή,είναι σα να μη τη ζεις καθόλου?
Η υποταγή θέλει πολλά κιλά δύναμης,με τη προϋπόθεση ότι είσαι αρκετά δυνατός ώστε πάντοτε να μην έχεις την ανάγκη προσκόλλησης κι εξάρτησης.
Η περιπέτεια του Τόμας με την Τερέζα είχε αρχίσει εκεί ακριβώς όπου τελείωναν οι περιπέτειες του με τις άλλες γυναίκες.Παιζόταν στην άλλη μεριά της προστακτικής που τον ωθούσε στην κατάκτηση των γυναικών.Στην Τερέζα δεν έψαχνε ν'αποκαλύψει τίποτα.Την είχε βρει ακάλυπτη.

Κι η αλληλοϋποταγή,σαν το τανγκό,θέλει δυο:Φαντάζεται ότι ζει σ'ένα κόσμο ιδανικό με τη γυναίκα του ονείρου του.Και να που η Τερέζα περνάεικάτω απ'τα ανοιχτά παράθυρα.Είναι μόνη,σταματάει στο πεζοδρόμιο και του στέλνει απο μακριά ένα βλέμμα απέραντα θλιμμένο.Κι αυτός δεν μπορεί  να υποφέρει τούτο το βλέμμα.Ακόμα μια φορά,νιώθει μέσα στην ίδια του την καρδιά τον πόνο της Τερέζας!Ακόμα μια φορά γίνεται λεία της συμπόνοιας

Σκεφτόταν  ότι σ'ολόκληρη τη ζωή της είχε κάνει κατάχρηση της ίδιας της αδυναμίας της εναντίον του Τόμας.Ολοι έχουμε την τάση να βλέπουμε έναν ένοχο στη δύναμη,κι ένα αθώο θύμα στην αδυναμία.Τώρα,όμως,η Τερέζα το συνειδητοποιούσε:στη περίπτωση τους ήταν το αντίθετο!Η αδυναμία της Τερέζας ήταν μια αδυναμία επιθετική που τον υποχρέωνε κάθε φορά να συνθηκολογεί,ως τη στιγμή που είχε πάψει πια να είναι δυνατός κι είχε μεταμορφωθεί σ'ένα λαγό στην αγκαλιά της.

-Τερέζα,δεν έχεις καταλάβει ότι είμαι ευτυχισμένος εδώ?
-Η αποστολή σου ήταν να εγχειρίζεις!
-Η αποστολή,Τερέζα,είναι μια ηλίθια λέξη.Δεν έχω αποστολή.Κανένας δεν έχει αποστολή.Κι είναι μια τεράστια ανακούφιση να διαπιστώνει κανείς πως είναι ελεύθερος,πως δεν έχει αποστολή.
ή αλλιώς:πως δεν έχει τη δυνατότητα της επιλογής μόνο μεταξύ αυτού που είναι-και το αντίστοιχο βαρος που φέρει η ευθύνη που ανάγεται στο να μην κάνεις αυτό που δεν σου πρέπει.Απέναντι όμως στην''ανελευθερία''της επιλογής του να πραγματώνεις αβίαστα αυτό που είσαι,η ''ελευθερία'' του να το αποφεύγεις μη μπορώντας να σηκώσεις το φορτίο:Και πάλι αυτή η απόδραση ετεροκαθορίζεται απο αυτό που μπορείς αλλά δεν το θέλεις.
Οτι μπορείς ν'αναπαράγεις μπορείς θεληματικά και να το αρνηθείς.Εαν είναι έτσι,κι αυτό που δεν μπορείς πως αποτολμάς να το αρνηθείς,βάζοντας το στην ίδια ζυγαριά?Μάλλον λέγοντας,όπως ο Σαρτρ:Μόνο ο άνθρωπος μπορεί να μην είναι αυτό που είναι...

Παρμενίδης[Περί φύσεως]:Το ίδιο καθώς μένει στον εαυτό του στον
εαυτό του βρίσκεται
...υπάρχει δε χωρίς στερήσεις,διαφορετικά θα ήθελε τα πάντα